4 Νοε 2018

Καζαμπλάνκα, ο μύθος και ο γρίφος

«Μας μάζεψε όλους ο Τσε, έφηβοι όλοι, στη σουίτα του ξενοδοχείου Αβάνα Λίμπρε. Ήταν το Χίλτον πριν την επανάσταση. Για επιμόρφωση, πριν ξεκινήσουμε την εκστρατεία κατά του αναλφαβητισμού. Πρώτη φορά αντίκριζα τέτοια πολυτέλεια, όχι μόνο εγώ, όλοι μας. Ο Τσε άρχισε να μιλά: Η πρώτη ταινία που θα δούμε είναι η Καζαμπλάνκα…».
Ήταν σαν ράπισμα. Βγαίνω από την κατάσταση μέθης που βρισκόμουν από τις διηγήσεις του Χουάν και φωνάζοντας σχεδόν τον διέκοψα… «Μα είναι δυνατόν! Χόλυγουντ;;;» είπα δυνατά σκεπτόμενη συνάμα, ομολογουμένως με απογοήτευση, έστω να τους έδειχνε τον «Πολίτη Κέιν». Ίδια εποχή, όντως αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Όμως δεν τόλμησα να το εκστομίσω .  «Χριστίνα, ξεχνάς ότι ήμασταν έφηβοι και οι περισσότεροι από εμάς δεν είχαμε δει ποτέ ούτε μία ταινία. Δεν γνωρίζαμε καν  τι σημαίνει κινηματογράφος,  Ήταν προνόμιο των πλουσιόπαιδων». Αφήσαμε κατά μέρος για λίγο την εξιστόρηση για τον Τσε ώστε να μιλήσουμε για την επιλογή της ταινίας. Για την κινηματογραφική της γλώσσα, το ιστορικό πλαίσιο, την απλότητα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια των χαρακτήρων σε σχέση με την πραγματική ζωή πάντα…  Δεν μπορούσε να με πείσει με τίποτα. Ολοένα και φουρκιζόμουν ενώ εκείνος αντί να θυμώνει γέλαγε συνεχώς.
Έχουν περάσει 19 χρόνια από αυτές τις συζητήσεις με τον Χουάν. Τον αγαπημένο Χουάν  της αρμαθιάς των εφήβων που έγιναν «εργαλείο» του Τσε, του μετέπειτα αρχιτέκτονα που με υποτροφία της κουβανικής κυβέρνησης έκανε μεταπτυχιακά και διδακτορικό σε Πράγα και Μαδρίτη, που βρέθηκε σε κάθε διεθνιστικό πεδίο μάχης όπου η Κούβα κατέθετε όλο της το είναι. Και έμενε και για το «μετά», για την ανοικοδόμηση, πρώτα στο Βιετνάμ μετά στην Αγκόλα, την Ναμίμπια, με πέρασμα και από την Αιθιοπία για να επιστρέψει κάποια στιγμή στην Κούβα, να του προσφερθεί θέση στο υπουργείο Εξωτερικών και εκείνος να την αρνηθεί : «Γύρισα στο Πινάρ δελ Ρίο, την πόλη που με επέλεξε και  μου πρόσφερε αυτή την μοναδική ευκαιρία. Γύρισα γιατί ήταν η σειρά μου να προσφέρω ». Εκεί τον βρήκα και εγώ. Στην πιο δυτική και λιγότερο αναπτυγμένη γωνιά της Κούβας και πάντα σε θέση μάχης.
Όλα αυτά δεν θα είχαν καμία σημασία εάν σε μία συνομιλία-διαφωνία με τον Σφυροδρέπανο κατέληξα να του πω: «μπορεί αυτό να είναι και η αρχή μίας υπέροχης φιλίας, όπως λένε και στην Καζαμπλάνκα». Δεν γνώριζε καν την ταινία . Τα έχασα πάλι, θεωρούσα  την ταινία και κυρίως τις ατάκες της… ΤΟΣΟ κλισέ. Ενώ ξεκίνησα να του εξηγήσω, κοντοστάθηκα. «Μμμ, άστο, θα το γράψω».  (Ούτε εκείνη τη στιγμή, ούτε και τις ημέρες που ακολούθησαν είχα συνειδητοποιήσει το τεράστιο ταξίδι που ανοιγόταν και τις  πάνω από 30 ώρες – ναι! αν είναι δυνατόν! Μέχρι και το σκυλί μου με σιχάθηκε χαμένη μέσα σε βιβλία και κολλημένη στον υπολογιστή– για να γράψω αυτές τις γραμμές. Κυρίως για να λύσω το γρίφο που αιωρούνταν χρόνια μέσα στο κεφάλι μου.  Μα γιατί επέλεξε ο Τσε αυτή την ταινία;;;)
Από εκείνο το έμμεσο συναπάντημα με την παράδοξη  επιλογή του Τσε, η ταινία μου είχε γίνει εμμονή, αρνητικά. Επηρεασμένη προφανώς και από τον Ουμπέρτο Εκο που επίσης, δεν την «κατάπινε» εύκολα: «Η Καζαμπλάνκα είναι ένα πολύ μέτριο φιλμ… Μου θυμίζει κόμικ-στριπ, με χαρακτήρες καρικατούρες χωρίς ψυχολογικό βάθος».
Η υπόθεση περιληπτικά:  Στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Καζαμπλάνκα στο Μαρόκο αποτελεί σταυροδρόμι όλων των λαών, που ψάχνουν μια διέξοδο από τα δεινά της Ευρώπης και ένα εισιτήριο προς την ελεύθερη Αμερική. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο πολιτικοί πρόσφυγες, τυχοδιώκτες, απατεώνες, καταζητούμενοι, καιροσκόποι, αντιστασιακοί, ένα σωρό διαφορετικοί άνθρωποι, που όλοι τους αναζητούν μια ελπίδα για επιβίωση. Εδώ βρίσκεται και ο Ρικ (Χάμφρεϋ Μπόγκαρντ), ένας Αμερικανός ιδιοκτήτης ενός κλαμπ,  κυνικός, απόμακρος και σκληρός. Κατά βάθος όμως κρύβει μια ηρωική καρδιά και σύντομα θα χρειαστεί να το αποδείξει… Μια μέρα εμφανίζεται στο κλαμπ του η πρώην αγαπημένη του, Ίλσα, με την οποία έζησε έναν μεγάλο έρωτα στο Παρίσι, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Η Ίλσα τότε τον είχε εγκαταλείψει ανεξήγητα. Τώρα, η ξαφνική της επανεμφάνιση, τον αναστατώνει, καθώς ο έρωτας ανάμεσά τους ξαναφουντώνει. Ο Ρικ σύντομα καταλαβαίνει ότι η Ίλσα τον άφησε τότε από υποχρέωση στο σύζυγό της, Βίκτωρ Λάζλο, έναν θρυλικό αντιστασιακό, που καταζητείται από τους ναζί…
Πρόκειται για ένα κλασικό δείγμα της βιομηχανίας του Χόλυγουντ που εμπεριέχει όλα τα συστατικά και ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις της «εμπορικής επιτυχίας».  Ένα ρομαντικό μελόδραμα και ταυτόχρονα νουάρ, κυρίως όσον αφορά την σκηνοθεσία.  Ένα σημειολογικό πανηγύρι.
Περιπέτεια και δράση, ακόμη και πιστολίδι αλλά σε πολύ καλά ζυγισμένες δόσεις. Σαν αλατοπίπερο. Κίνδυνο, κατασκοπεία, ίντριγκες. Ένα ερωτικό τρίγωνο, ένα έρωτα που δεν έχει happy end (όλως περιέργως), δηλαδή από αυτούς που χαρακτηρίζουμε «μεγάλους», αυτοί που δεν φθείρονται ξυπνώντας καθημερινά στα ίδια σεντόνια, που έμειναν σταματημένοι στο χρόνο, διατηρώντας παντοτινά τη σαγήνη τους.
Ένα ήρωα, που είναι αντιήρωας αλλά αναδεικνύεται τελικά ως ο απόλυτος ήρωας, η ονείρωξη όλων των γυναικών όχι για το  φυσικό κάλλος. Και για τους άντρες , σύμβολο. Και για τα δύο φύλλα, πρότυπο πολλών γενεών.
Μία ηρωίδα, σαγηνευτική και μυστήρια αλλά σαν ηρωίδα από τις «Εξομολογήσεις» του Ζ.Ζ Ρουσώ, κατά τον Ουμπέρτο Εκο. Αιώνια ντροπαλή που πάντα η σωστή κουβέντα έρχεται στο στόμα της με μεγάλη καθυστέρηση ή την πιο λάθος στιγμή.
Πατριωτισμό, πολιτική και διεθνή πολιτική, διαφθορά των πάντων,  αντίσταση, αγώνα, θυσία και αυτοθυσία.  Και όλα αυτά με φόντο την εξωτική Καζαμπλάνκα και το Μαρόκο. Την τότε γαλλική αποικία, παραδομένη και αυτή με τη σειρά της, όπως και οι υπόλοιπες στην κυβέρνηση του Βισύ,  που υποτάχτηκε και συνεργάστηκε με τους Ναζί και το Χίτλερ, που όμως λόγω θέσης, είχε μετατραπεί σε σταυροδρόμι όπου εισρέουν όλοι: τυχοδιώκτες, πρόσφυγες, απατεώνες, καταζητούμενοι φονιάδες, αντιστασιακοί ήρωες. Εκεί βρίσκεται και ο Ρικ, έχοντας βρει καταφύγιο, μετά το πέρασμά του από την Ισπανία, (ισπανικός εμφύλιος πόλεμος) και τη Γαλλία που κατέφυγε μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων μετά την ήττα του 1939 και την οποία αναγκαστικά την εγκατέλειψε λόγω των Ναζί.   Κυνικός, όλοι τον φοβούνται και τον σέβονται.  Στον κόσμο της νύχτας της Καζαμπλάνκα δε χωρούν συναισθηματισμοί. Σκοτώνεις για να μη σε σκοτώσουν, χτυπάς για να μη σε χτυπούν….
«Τα αρχέτυπα της “Καζαμπλάνκα” είναι πάρα πολλά και ανήκουν στα πιο διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Μπορούμε ν’ απαριθμήσουμε παρά πολλά: η αντίθεση “πολιτισμός κατά της βαρβαρότητας”, ο μύθος της Γης της Επαγγελίας (της Αμερικής φυσικά ), η εξέλιξη του Μπόγκαρτ από κυνικό σε καλό ήρωα , η αιώνια προσμονή της ελευθερίας, η βίζα για τις ΗΠΑ σαν μαγικό κλειδί που λύνει όλα τα προβλήματα, και κυρίως το θέμα της θυσίας, με τον Μπόγκαρτ που αφήνει την Μπέργκμαν για να την “χαρίσει ” στο νόμιμο άνδρα της. Ο Μπόγκαρτ είναι πραγματικά ένα χριστολογικό πρόσωπο, πράγμα που κατάλαβε πολύ καλά ο Γούντυ Άλλεν και στην ταινία “Ξαναπαίξτο Σάμ”, όπου ο Μπόγκαρτ του παρουσιάζεται σαν άγγελος βοηθός. Και ποιο πρόσωπο θα μπορούσε να δώσει ζωή σε μια λατρεία αν όχι αυτό;» θα αντιτείνει ο Εκο όχι άδικα.
Επίσης ένα κάστινγκ, εξαιρετικό με την πληθώρα των ηθοποιών και ειδικά των κομπάρσων να είναι πρόσφυγες που έφυγαν από την Ευρώπη που αιματοκυλιζόταν. Ειδικά ο Πίτερ Λόρι, που τον γνωρίσαμε μέσα από τις ταινίες του Φριτζ Λανγκ (Metropolis). Πρόσφυγας  και ο σκηνοθέτης Μάικλ Κέρτις. Η μουσική που έγραψε ο βραβευμένος με Όσκαρ Maz Steiner, εκπληκτική. Κορυφαία στιγμή τη «μάχη των τραγουδιών», όπου Σύμμαχοι και Γερμανοί αντιπαρατίθενται συμβολικά στο κλαμπ του Ρικ, τραγουδώντας οι μεν τη «Μασσαλιώτιδα», οι δε το ναζιστικό ύμνο Die wacht am Rhein (Η Φρουρά στο Ρήνο).   Και φυσικά, μια από τις κορυφαίες στιγμές της ταινίας είναι και το τραγούδι «As Time Goes By» του Herman Hupfeld, πάνω στο οποίο o Steiner έχτισε όλο το του μουσικό θέμα, κάνοντάς το μια από τις πιο κλασικές μελωδίες στην ιστορία του σινεμά.
Παρόλα αυτά, η υποδοχή των κριτικών της εποχής στην ταινία ήταν χλιαρή ή περίπου ανάλογη με την κριτική που πολλά χρόνια αργότερα είχε διατυπώσει ο Εκο αλλά και ο Andrew Sarris που την είχε χαρακτηρίσει «χαρούμενο ατύχημα».  Ωστόσο  η ταινία, χρόνο με το χρόνο,  αντί να ξεχαστεί  σταδιακά απέκτησε δική της οντότητα, δικούς της φανατισμένους οπαδούς. Πέρασαν τριάντα χρόνια από την πρώτη προβολή της και η ταινία είχε αρχίσει να γίνεται μύθος,  αναγκάζοντας δεκάδες ιστορικούς  και κριτικούς να ασχοληθούν με το φαινόμενο. Η αλήθεια είναι ότι λόγω της εμμονικής ενασχόλησης μάθαμε πάρα πολλά από τα ευτράπελα της ταινίας (πχ ότι ο Μπόγκαρντ ήταν κοντότερος από την Μπέργκμαν και ότι στις κοινές σκηνές του έβαζαν τούβλα ή μαξιλάρια για να πατήσει. Μην χαλάσουμε και τα αρχέτυπα ντε, που θέλει τον άντρα πάντα πιο ψηλό!). Πολλά μυστικά παραγωγής στη βιομηχανία του Χόλυγουντ.
Το φιλμ εδώ και δεκαετίες αποτελεί πηγή έμπνευσης πολλών δημιουργών από την πρώτη στιγμή. Την επόμενη χρονιά, οι αδελφοί Μαρξ, γυρνούν την ταινία «Νύχτα στη Καζαμπλάνκα, μία διακωμώδηση, με υποτυπώδη νουάρ πλοκή αλλά τρελά σουρεαλιστικά σκηνικά.  Η τομή όμως γίνεται από το Γούντι Άλλεν και το θεατρικό του έργο «Play it again Sam» πάνω στο οποίο βασίστηκε και η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία με τον ίδιο, σε σκηνοθεσία Χέρμπερτ Ρος, όπου ένας άνδρας που προσπαθεί να συνέλθει από το διαζύγιο του, έχει ως πρότυπο τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ αν και ο ίδιος είναι δειλός, αδύναμος, εξαιρετικά ντροπαλός με τις γυναίκες και δεν αντέχει ούτε γουλιά αλκοόλ.
Σε μια άλλη κωμωδία, ίσως στη μοναδική του Τζον Κασσαβέτη, το υπέροχο «Μίνι και Μόσκοβιτς», οι ήρωες λατρεύουν την Καζαμπλάνκα αλλά όταν συναντιούνται για να τη δουν μαζί, ο ρομαντισμός της ταινίας που βλέπουν δεν πιάνει «μία» μπροστά στη σχέση τους. Ο Κασσαβέτης είναι ξεκάθαρος: η ζωή έρχεται πρώτα, το σινεμά ακολουθεί. Μερικά χρόνια αργότερα, στην ταινία «Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι», οι ήρωες έχουν μια ενδελεχή συζήτηση για το φιλμ, με τη Σάλι να καταλήγει πως «δεν θα ήθελε με τίποτα να περάσει την υπόλοιπη ζωή της στη Καζαμπλάνκα, παντρεμένη με τον ιδιοκτήτη ενός μπαρ». Πάντως και στις δυο ταινίες επίσης οι ήρωες παίζουν ένα διαρκές «κρυφτούλι» μέχρι να παραδεχτούν τον έρωτά τους.  Την βρίσκουμε πάλι μπροστά μας, μόλις πέρσι, με το φιλμ Allied (Σύμμαχοι)  ταινία που εννοείται ότι βασίζεται στο μύθο της Καζαμπλάνκα του 1942.
Σήμερα, δεν υπάρχει οδηγός ταινιών παγκοσμίως που να μην την περιλαμβάνει. Θεωρείται αριστούργημα,  μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. (τι να κάνουμε;;) Μία ταινία «καλτ». Διδάσκεται στις κινηματογραφικές σχολές και όταν παίζεται στα αμφιθέατρα των Πανεπιστημίων, οι φοιτητές  μόλις τελειώσει η προβολή αντί να συζητούν και να λογομαχούν ανταλλάσσουν τις ατάκες της ταινίας, όπως:
-Here’s looking at you, kid (Στο να σε κοιτάζω, μικρή). Ατάκα που δεν υπήρχε στο σενάριο αλλά την είπε αυτοσχεδιάζοντας ο Μπόγκαρντ.
-We’ll always have Paris (Θα έχουμε πάντα το Παρίσι)
-Play it, Sam. Play ‘As Time Goes By  (Παίξτο, Σαμ. Παίξε το’As Time Goes By’)
-Of all the gin joints in all the towns in all the world, she walks into mine” (Απ’ όλα τα μπαρ σε όλες τις πόλεις του κόσμου, αυτή μπαίνει στο δικό μου)
-Round up the usual suspects (Μάζεψε τους συνήθεις υπόπτους) και τόσες όλες.
Και η τελευταία σκηνή θεωρείται αλησμόνητη, είναι η ανατρεπτική κορύφωση που αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή:
Ρικ: Εάν το αεροπλάνο απογειωθεί και δεν είσαι μαζί του, θα το μετανιώσεις. Ίσως όχι σήμερα, ίσως όχι αύριο, αλλά σύντομα. Και για την υπόλοιπη ζωή σου.
Ιλσα: Αλλά τι θα γίνει μ’ εμάς;
Ρικ: Θα έχουμε πάντα το Παρίσι. Δεν το είχαμε. Το είχαμε χάσει μέχρι που ήρθες στην Καζαμπλάνκα. Το ξαναβρήκαμε χθες το βράδυ. Όταν είπα ότι δεν θα σ’ αφήσω ποτέ.
Ιλσα: Και δεν θα μ’ αφήσεις.
Ρικ: Αλλά έχω μια δουλειά που πρέπει να κάνω. Και εκεί που πηγαίνω, δεν μπορείς να ακολουθήσεις. Σ’ αυτό που πρέπει να κάνω, δεν μπορείς να είσαι μέρος. Ίλσα, δεν είμαι καλός στις ευγένειες. Αλλά δεν θέλει πολύ για να καταλάβεις πως τα προβλήματα τριών μικρών ανθρώπων δεν ισοδυναμούν ούτε με ένα λόφο φασόλια σ’ αυτόν τον τρελό κόσμο. Κάποτε θα το καταλάβεις αυτό. Στο να σε κοιτάζω, μικρή.
Και ο Ρικ μένει πίσω μαζί με τον αστυνόμο Ρενώ, αυτόν τον απόλυτα διεφθαρμένο αστυνόμο, να βλέπουν το αεροπλάνο που απομακρύνεται. Τον Ρενώ, που ακόμη και αυτός πείθεται βλέποντας την αλλαγή και κυρίως την αυτοθυσία του Ρικ… Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship.  (Λουί, νομίζω ότι αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας).
Καζαμπλάνκα, ο μύθος και ο γρίφος
Το τέλος της ταινίας  ίσως είναι και βασικό σημείο της επίλυσης του αιώνιου γρίφου μου. Εκτός όλων των αποφάσεων των ηρώων της ταινίας, όπου το προσωπικό θυσιάζεται στο συλλογικό. Δίχως αμφιβολία πρόκειται για μία ολοφάνερα πολιτική απόφαση η εγκατάλειψη της Ιλσα. Η σημασία της απόφασης του Ρικ (Μπόγκαρντ) έγκειται στις συνέπειές της: Ο Ρικ πρέπει να επιλέξει μεταξύ της Ιλσα, της αγάπης του και ενδεχομένως του πιο αγαπημένου πλάσματος στη ζωή του και  της απόφασης να την αφήσει να φύγει. Ενέργεια που βρίσκεται σε άμεση σχέση και αλληλεπίδραση  με την επιβίωση και διεύρυνση του αντιφασιστικού και αντιστασιακού κινήματος που είναι αυτό που καλείται να συμβάλλει στον τερματισμό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Παράλληλα,  οι δύο «φίλοι» μας μαρτυρούν ότι πρόκειται να φύγουν από την Καζαμπλάνκα και να πάνε στη Μπραζαβίλ.
Ας αποκρυπτογραφήσουμε αυτή την φαινομενικά αθώα επιλογή στην αφρικανική ήπειρο.  Αρχικά να πούμε ότι στις 8 Δεκεμβρίου του 1941, ο τότε νέος ανεξάρτητος παραγωγός Χολ Μπ. Γουίλις αγόρασε τα δικαιώματα για το θεατρικό έργο «Όλοι έρχονται στου Ρικ», έργο που ακόμη δεν είχε παρουσιαστεί στο σανίδι, αλλά φαίνεται να είχε γραφτεί με σκοπό την αφύπνιση της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στο ναζιστικό κίνδυνο, την σάλπιγγα που ήδη είχε σαλπίσει ο Τσάρλι Τσάπλιν με τον «Μεγάλο Δικτάτορα». Πάνω σε αυτό το έργο θα στηριχτεί και το σενάριο της Καζαμπλάνκα. Όλως τυχαίως, 24 ώρες νωρίτερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μπει επισήμως στον πόλεμο, μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ, στις 7 Δεκεμβρίου 1941. Ένα βομβαρδισμό που η κυβέρνηση Ρούζβελτ γνώριζε, όπως μάθαμε αργότερα, ότι θα συμβεί και τον άφησε να πραγματοποιηθεί ώστε να μπει στον πόλεμο.  Αφήνοντας πίσω της την  την υποτιθέμενη «ουδετερότητα». Δεν ήταν μόνο τα κυριαρχικά ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ, αλλά και η δυνατότητα διεξόδου από την μεγάλη οικονομική κρίση, αφού από εκείνη τη στιγμή όλα τα αμερικανικά εργοστάσια «μπήκαν στην υπόθεση του πολέμου» πυρετωδώς προετοίμαζαν  πολεμοφόδια, πλοία, αεροπλάνα, οτιδήποτε κρινόταν αναγκαίο και ειδικά προς πώληση. Συνεπώς η κοινή γνώμη έπρεπε να είναι προετοιμασμένη.
Η πρεμιέρα της Καζαμπλάνκα δόθηκε με πάσα επισημότητα στις 26 Νοεμβρίου 1942 στο Χόλιγουντ Θίατερ της Νέας Υόρκης, προκειμένου να συμπέσει με την απόβαση των Συμμάχων στη γαλλοκρατούμενη Βόρειο Αφρική και την κατάληψη της Καζαμπλάνκα. Σε γενική προβολή βγήκε στις 23 Ιανουαρίου 1943 για να εκμεταλλευτεί τη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκα μεταξύ Ου. Τσόρτσιλ. Σαρλ ντε Γκωλ και Φρ. Ντ. Ρούσβελτ με τον ΕΣΣΔ και το Στάλιν να απουσιάζουν εννοείται γιατί είχε πολύ σοβαρότερα ζητήματα: όπως τον πόλεμο, τότε διεξαγόταν και η μάχη του Στάλινγκραντ και τη νίκη ενάντια στο φασισμό.
Προσωπικά δεν πιστεύω στις συμπτώσεις ειδικά όσον αφορά την πολιτική και ειδικά όσον αφορά το Χόλυγουντ και την αμερικανική πολιτική… ειδικά δε εάν αναλογιστούμε ότι το 1944, έγινε η διάσκεψη της Μπραζαβίλ, για την τύχη των γαλλικών αποικιών και ουσιαστικά για το μοίρασμα του πλανήτη.
Δεν γνωρίζω εάν όλα αυτά ήταν σε γνώση του Τσε, αφού τα περισσότερα  έγιναν ή αποκρυπτογραφήθηκαν μετά το 1959. Τελικά, σκέφτομαι ότι ίσως η απόφασή του για την προβολή ήταν αναγκαστική. Ίσως να ήταν η μόνη εύκαιρη ταινία, στην Κούβα των πρώτων μηνών της επικράτησης της επανάστασης, που βλεπόταν… Ίσως. Ίσως όμως ο άνθρωπος που στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα διάβαζε τα «Άνθη του Κακού» του Σ. Μπωντλαίρ και μάλιστα από το πρωτότυπο, μπορούσε να διακρίνει πολύ περισσότερα από τότε. Αυτό θέλω να σκέφτομαι τώρα πια που κατανοώ και εγώ περισσότερα, γιατί πολύ απλά είχα την τύχη και μου προσφέρθηκαν απλόχερα μελέτες, στοιχεία κλπ.
Στο κάτω-κάτω καμιά φορά είναι «αναγκαίο κακό» ένα φιλμ σαν την Καζαμπλάνκα που μας επιτρέπει να βουλιάξουμε στο καναπέ και να χαλαρώσουμε ώστε να την απολαύσουμε με τρόπο που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είχε περιγράψει ως  «υποδοχή σε μία κατάσταση απόσπασης της προσοχής. Να βιώνουμε μία σειρά συναισθηματικών αντιδράσεων που προκαλούνται μόνο και μόνο από αυτή την πληθώρα το «κλισέ». Κάτι που αποδέχτηκε στο τέλος και ο πολέμιός της ο Ουμπέρτο Εκο:  «Η Καζαμπλάνκα  είναι μια χιονοστιβάδα από σύμβολα, που αποκαλύπτει ότι το πνευματικό υποσυνείδητο, υπάρχει σε αντίθεση με το άλλο υποσυνείδητο, εκείνο το ψυχολογικό, που εφευρέθηκε από τους ψυχαναλυτές. Η Καζαμπλάνκα δεν είναι μια ταινία, είναι μια ανθολογία. Και επαναλαμβάνω: δύο “κλισέ” προκαλούν το γέλιο, εκατό συγκινούν. Και σ’ αυτό το σημείο σας προτείνω ένα παιχνίδι. Ας δούμε μαζί την ταινία και κάθε φορά που κάποιος ανακαλύπτει κάτι που του θυμίζει μια άλλη ταινία προηγούμενη ή επόμενη ας σηκώσει το χέρι του και ας βλέπουμε μαζί τι συμβαίνει».

Η σφαγή του Γκρίνσμπορο – Όταν ναζί και Κου-κλουξ-κλαν δολοφονούσαν ατιμώρητοι Αμερικανούς κομμουνιστές

To κύμα ρατσιστικής και φασιστικής βίας που κατακλύζει τις ΗΠΑ με ολοένα μεγαλύτερη σφοδρότητα τα τελευταία χρόνια, καθιστά εξαιρετικά επίκαιρη την αναδρομή στην ιστορία ανάλογων εγκλημάτων σε βάθος χρόνου. Μια τέτοια αφορμή δίνει η σημερινή επέτειος της σφαγής του Γκρίνσμπορο, ενός εγκλήματος με θύματα τέσσερις συνδικαλιστές του μαοϊκού Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος, που διαδήλωναν στην ομώνυμη πόλη κατά της Κου Κλουξ Κλαν.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που η ακροδεξιά της περιοχής συγκρούονταν με τα μέλη του CWP. Τα μέλη του είχαν έντονη παρουσία μεταξύ των μαύρων υφαντουρών, κι ένα από τα θύματα, ο James Waller, είχε αφήσει το ιατρικό του επάγγελμα για να ασχοληθεί με την οργάνωση των εργατών, κατορθώνοντας να εκλεγεί πρόεδρος του τοπικού συνδικάτου υφαντουργών. Η δράση τους ενοχλούσε ιδιαίτερα την Κου Κλουξ Κλαν, όπως και το Αμερικανικό Ναζιστικό Κόμμα (ANP). Συγκρούσεις μεταξύ των δυο πλευρών είχαν ξεσπάσει αρκετές φορές, ιδίως αφότου διαδηλωτές διέκοψαν τον Ιούλη του 1979 την προβολή της βουβής ταινίας του 1915 “Η γέννηση ενός έθνους”, που παρουσίαζει την ίδρυση της Κου Κλουξ Κλαν με επικούς και ηρωϊκούς τόνους.
Η πόλη του Γκρίνσμπορο ήταν πρωτεύουσα της κομητείας του Γκίλφορντ και συχνό θέατρο διαδηλώσεων υπέρ των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών. Η διαδήλωση του CWP είχε τίτλο “Θάνατος στην πορεία της Κου Κλουξ Κλαν” και σχεδιαζόταν να ξεκινήσει από μια συνοικία μαύρων με προορισμό το δημαρχείο της πόλης. Οι διοργανωτές καλούσαν σε εκδίωξη της ρατσιστικής οργάνωσης από την πόλη, ακόμα και με τη βία αν χρειαζόταν.
Αφίσα με τις φωτογραφίες των θυμάτων που απαιτούσε απόδοση δικαιοσύνης για το έγκλημα.
Καθώς διαδηλωτές του CWP και άλλων οργανώσεων άρχισαν να συγκεντρώνονται στο σημείο εκκίνησης της διαδήλωσης, εμφανίστηκε ένα κομβόι δέκα αυτοκινήτων και ενός βαν με 40 περίπου μέλη της ΚΚΚ και του ANP. Όταν έγιναν αντιληπτοί από τους διαδηλωτές, πολλοί από αυτούς άρχισαν να τους σπάνε τα αυτοκίνητα και να τους πετάνε πέτρες. Τότε οι ακροδεξιοί βγήκαν από τα αυτοκίνητα, έβγαλαν καραμπίνες και πιστόλια από τα πορτ – μπαγκάζ κι άρχισαν να ανοίγουν πυρ κατά του πλήθους. Σύμφωνα με τους μάρτυρες ο πρώτος που άρχισε να πυροβολεί ήταν το μέλος της ΚΚ Μαρκ Σέρερ, ενώ η άλλη πλευρά ισχυρίστηκε πως οι πυροβολισμοί ξεκίνησαν από κάποιο διαδηλωτή.
Τα θύματα της “Σφαγής του Γκρίνσμπορο”, όπως έμεινε γνωστή, ήταν ο Cesar Cauce, o James Waller και ο Bill Sampson, που σκοτώθηκαν ακαριαία, η Sandi Smith που δέχτηκε σφαίρα ανάμεσα στα μάτια όταν κοίταξε έξω από το σημείο στο οποίο είχε κρυφτεί, ενώ ο Michael Nathan ξεψύχησε στο νοσοκομείο. H Sandi Smith, νοσοκόμα με έντονη κοινωνική δράση ήταν αφροαμερικανίδα, ο Cesar Cauce ήταν κουβανικής καταγωγής συνδικαλιστής και απόφοιτος του πανεπιστημίου του Ντιουκ, ενώ τα υπόλοιπα θύματα ήταν λευκοί. Ο επίσης συνδικαλιστής Bill Samson είχε σπουδάσει θρησκειολογία στο Χάρβαρντ και την περίοδο του φόνου ήταν φοιτητής ιατρικής, ενώ ο Michael Nathan, παιδίατρος γνωστός για τις δωρεάν υπηρεσίες σε φτωχές οικογένειες, ήταν ο μόνος που δεν ανήκε στο CWP, αλλά είχε έρθει να συμπαρασταθεί στη σύζυγό του που ήταν κομματικό μέλος.
Έντεκα άτομα τραυματίστηκαν, κυρίως μέλη του CWP, κάποιοι εκ των οποίων βαριά.
Ιδιαίτερα ύποπτος ήταν ο ρόλος των τοπικών αστυνομικών αρχών, καθώς ένας επιθεωρητής και ένας φωτογράφος της αστυνομίας ακολούθησαν το καραβάνι της ΚΚΚ και των νεοναζί, δίχως να κάνουν τίποτε για να τους  εμποδίσουν. Όπως έγινε γνωστό μάλιστα, επικεφαλής της αυτοκινητοπομπής ήταν το μέλος της ΚΚΚ Έντουαρντ Ντόσον, που ήταν πληροφοριοδότης της αστυνομίας επί μια δεκαετία, ο οποίος μάλιστα είχε λάβει χάρτη με τη διαδρομή της πορείας από την αστυνομία και τους ενημέρωσε πως πιθανότατα θα υπήρχε βία. Την ίδια περίοδο στο ναζιστικό ΑΝΡ είχε διεισδύσει πράκτορας της υπηρεσίας ATF για τον έλεγχο της διακίνησης καπνού, αλκοόλ και όπλων, ο Μπέρναρντ Μπούτκοβιτς, ο οποίος στην αστική δίκη του 1985 ομολόγησε πως γνώριζε για τις προθέσεις του ΑΝΡ και της ΚΚΚ, χωρίς ωστόσο να ειδοποιήσει τις αρχές σχετικά. Στην ποινική δίκη του 1980, οι κατηγορούμενοι νεοναζί μάλιστα υποστήριξαν πως εκείνος ήταν που τους παρότρυνε να πάνε οπλισμένοι στη διαδήλωση. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό για τη στάση της αστυνομίας ήταν πως προχώρησαν σε συλλήψεις τόσο ακροδεξιών, όσο και διαδηλωτών του CWP.
Στην πρώτη δίκη κατηγορήθηκαν έξι άτομα της ΚΚΚ, τα πέντε εκ των οποίων για δολοφονία, ωστόσο αθωώθηκαν το Νοέμβρη του 1980 από τους ένορκους, που ήταν όλοι λευκοί, καθώς έκαναν δεκτούς τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων πως βρίσκονταν σε αυτοάμυνα. Το 1983 διεξήχθη νέα δίκη με την κατηγορία της παραβίασης ατομικών ελευθεριών των θυμάτων κατά εννέα ατόμων, τα οποία επίσης αθωώθηκαν όλα ένα χρόνο μετά, καθώς θεωρήθηκε ότι δεν υπήρχε ρατσιστικό κίνητρο για τη σύγκρουση, αλλά “απλώς” πολιτική αντίθεση στον κομμουνισμό.
Το 1980 επιζήσαντες της σφαγής προχώρησαν σε αγωγή ζητώντας 48 εκ. δολάρια αποζημίωση, υποστηρίζοντας πως η αστυνομία γνώριζε πως “άνθρωποι της ΚΚΚ και ναζί θα χρησιμοποιούσαν βία για να διακόψουν τη διαδήλωση από κομμουνιστές συνδικαλιστές και μαύρους κατοίκους του Γκρίνσμπορο, αλλά σκόπιμα απέτυχαν να τους προστατέψουν”. Η αγωγή αφορούσε τέσσερις ομοσπονδιακούς πράκτορες, ανάμεσά τους Butkovich, 36 αστυνομικοί και δημοτικοί αξιωματούχοι, όπως και 20 μέλη της ΚΚΚ και του ΑΝΡ.
Τελικά το δικαστήριο επιδίκασε σε δύο από τους επιζήσαντες το ποσό των 350.000 δολαρίων, ενώ αποζημίωση από την πόλη του Γκρίνσμπορο έλαβε και η χήρα του Michael Nathan, Marty Nathan, που δώρισε κάποια χρήματα σε κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Όπως γίνεται αντιληπτό, κανένας από τους δράστες και τα όργανα της τάξης που τους διευκόλυναν δεν τιμωρήθηκε τις πράξεις του με φυλάκιση. Επιπλέον, μια επιτροπή ιδιωτών με τίτλο “Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης του Γκρίνσμπορο” εξέδωσε το 2004 πόρισμα με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες και στις δύο πλευρές, αν και περισσότερο στην ΚΚΚ και την αστυνομία, ενώ χρειάστηκαν 30 χρόνια για να εκφράσει ο δήμος του Γκρίνσμπορο “τη λύπη του” για τα γεγονότα. Τέλος μόλις το 2015 αφιερώθηκε αναμνηστική πλακέτα στη μνήμη των θυμάτων, σε μια τελετή που παρακολούθησαν 300 περίπου άτομα, παρουσία υψηλόβαθμων τοπικών και πολιτειακών παραγόντων.

Αν ήμουν καπιτάλας ...





Αν ήμουν καπιτάλας ... που έβλεπε λίγο μπροστά, εδώ και είκοσι - εικοσιπέντε χρόνια θα είχα επενδύσει σε τεχνολογίες αναπαραγωγής. Κάθε είδους ... ακόμα και της ανθρώπινης αναπαραγωγής. Θα είχα ξεκινήσει με την διάσημη κλώνο-Dolly (1996) όσο αφορά την αναπαραγωγή πολυκύτταρων οργανισμών αλλά δεν θα με χάλαγε για αρχή και η αναπαραγωγή απλών κυτταρικών σειρών και συνεπώς αναπαραγωγής ανθρώπινων αλλά και ζωικών οργάνων. Αλλά δεν πρέπει να σας πολυζαλίζω με βιολογίες, βιοσυνθέσεις και ιατρικές.
   Ταυτόχρονα τρομερό επιστημονικό αλλά και κολοσσιαίο οικονομικό ενδιαφέρον θα είχε η χαρτογράφηση κάθε DNA (φυτικού, ζωικού και βεβαίως του ανθρώπινου) και ταυτόχρονα οι τεχνολογίες παρέμβασης και γενετικής μετάλλαξης. Άμεσο χρήμα επίσης θα έβγαζα τότε με τις τράπεζες σπέρματος και ομφαλοπλακουντιανού αίματος και βλαστικών κυττάρων. 
Φανταστείτε τι παιχνίδι θα μπορούσα να κάνω συνδυάζοντας τεχνικές γενετικής παρέμβασης στο DNA σε συνδυασμό με τις τεχνολογίες αναπαραγωγής. Ήδη απο το 2008 η Food and Drug Administration (FDA) των ΗΠΑ επέτρεψε την εμπορευματοποίηση των προϊόντων που προέρχονταν από κλωνοποιημένα ζώα. Ταυτόχρονα η Αργεντινή, η Βραζιλία, ο Καναδάς και η Αυστραλία άρχισαν την κλωνοποίηση ζώων. Η Κίνα άρχισε το 2015. Η Ευρώπη επιμένει στην απαγόρευση της εμπορικής κλωνοποίησης ζώων ... αλλά δεν απαγορεύει την εισαγωγή τέτοιων προϊόντων. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις τεχνολογίες γενετικής τροποποίησης. Ειναι φανερό πως η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, ο έλεγχος πιθανών αρνητικών επιδράσεων αλλά και η «διανομή» των ωφελημάτων ... δεν θα έχουν καμμία σχέση με κανέναν πραγματικά κοινωνικό μηχανισμό ... αλλά μόνο με τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό για την εξαγωγή των κερδών. 

   Η τεχνολογική εξέλιξη είχε εγκαινιάσει ένα πρωτόγνωρο πεδίο καπιταλιστικού κέρδους που μπορούσε να ξεκινάει απο σπόρους για πιό χοντρά και πιό γλυκά καρότα ... και να φτάνει μέχρι υπερφίαλους σχεδιασμούς αθανασίας διαφόρων μεγαλόσχημων. Σε κάθε περίπτωση μια τέτοια τεχνολογική έκρηξη ... ακόμα και μέσω της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ... ακόμα και πέρα απο τις βέβαιες, τις πιθανολογούμενες και τις άγνωστες αρνητικές βιολογικές συνέπειες ... προφανώς θα είχε και σοβαρότατες πτυχές πολλαπλού οφέλους σε όλα σχεδόν τα πεδία της κοινωνικής ζωής. Αλλά όλα αυτά κάτω απο τον «δρακόντειο» νόμο του καπιταλιστικού κέρδους. Αυτό και μόνο το γεγονός θα μετέτρεπε κάθε προσπάθεια ελέγχου των αρνητικών συνεπειών των νέων τεχνολογιών σε έναν σισύφειο και άνισο αγώνα εκ μέρους της οργανωμένης κοινωνίας ... και τα κοινωνικά οφέλη της τεχνολογικής έκρηξης σε οφέλη αποδιδόμενα στην κοινωνία μόνο αφού «βγάλουν» το κέρδος τους. Διαφορετικά θα τα τρώει το αβυσσαλέο βάθος των κρατικομονοπωλιακων θυρίδων. 

   Με λίγα λόγια η τεχνολογική εξέλιξη στην υπηρεσία και κάτω απο τον έλεγχο του καπιταλιστικού κέρδους ... σημαίνει μεν πρόοδος, αλλά αγοραία πρόοδος. Σε καμμία περίπτωση δεν θα σημαίνει κοινωνική πρόοδος ... αντίθετα θα είναι «αντικοινωνική» πρόοδος όλο και εντεινόμενη όσο οι κρατικομονοπωλιακοί σχηματισμοί εξουσίας θα μειώνουν συνεχώς τα κονδύλια του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους». Η τεχνολογική πρόοδος θα τείνει σε μία πρόοδο που τους καρπούς της θα «γεύεται» μια όλο και μικρότερη κλειστή κάστα ... την ίδια στιγμή που τεράστιες εξαθλιωμένες μάζες θα εργάζονται για την παραγωγή της τεχνολογίας που θα καταναλώνουν οι εκλεκτοί. Τα παλιά όνειρα των καπιταλιστών που κάποτε ξεζούμισαν τον εργάτη μέχρι τα φυσικά όρια της υπαρξής του ... τα όνειρα εκείνα που είχαν εγκαταλείψει οι πρώτοι καπιταλιστές επειδή δεν είχαν τρόπους να αναπαράγουν την κατακρεουργημένη εργατική δύναμη ... τώρα ξανανέβηκαν στον αφρό. Να πως περιγράφει ο Κάρολος εκείνες τις απάνθρωπες και κτηνώδεις καπιταλιστικές σκέψεις ... «Η αξία της εργατικής δύναμης αποτελείται απο δυό στοιχεία - το ένα καθαρά φυσικό, και το άλλο ιστορικό ή κοινωνικό. Το ακρότατο όριο καθορίζεται απο το φυσικό στοιχείο. Αυτό σημαίνει οτι η εργατική τάξη για να διατηρείται και να αναπαράγεται, για να διαιωνίζει τη φυσική της ύπαρξη, πρέπει να παίρνει τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή και τον πολλαπλασιασμό μέσα συντήρησης. Η αξία αυτών των απαραίτητων μέσων συντήρησης αποτελεί λοιπόν το ακρότατο όριο της αξίας της εργασίας. Απο την άλλη μεριά, η διάρκεια της εργάσιμης μέρας περιορίζεται επίσης απο ακρότατα, αν και πολύ ελαστικά όρια. Το ακρότατο όριο της το δίνει η σωματική δύναμη του εργάτη. Αν η καθημερινή εξάντληση της ζωτικής του δύναμης ξεπερνά ένα ορισμένο βαθμό, δεν μπορεί να την απασχολεί κανείς ξανά και ξανά κάθε μέρα με την ίδια ένταση. Ωστόσο, όπως είπα, το όριο αυτο είναι πολύ ελαστικό. Μια γρήγορη αλληλουχία απο ασθενικές και βραχύβιες γενεές θα εφοδίαζε την αγορά εργασίας εξίσου καλά όσο και μία σειρά απο ρωμαλέες και μακρόβιες γενεές.» 

   Ειναι προφανές πως πλησιάζει «τεχνολογικά» η ώρα ... για τις βραχύβιες φτηνές γενιές εργατών που θα υπόσχονται τρελλά κέρδη με λιγότερα εξοδα. Αρκεί εν τω μεταξύ να λυθούν κάποια «παράλληλα» ζητηματάκια. Την συνακόλουθη με την καπιταλιστική τάση συγκέντρωσης, ποσοτική συρρίκνωση της τάξης των εκμεταλλευτών ... ονειρεύονται να την αντιρροπούν κάνοντας χρήση των πανάκριβων μελλοντικών τεχνικών αναπαραγωγής ισχυρών γενεών των εκμεταλλευτών ... σε σύγκριση με τις βραχύβιες γενιές των εργατών που έτσι και αλλοιώς δεν θα έχουν πρόσβαση στις τεχνολογίες αναπαραγωγής που θα έχουν τελικά τον χαρακτήρα ειδών πολυτελείας. Στις κάστες των εκμεταλλευτών η οικογένεια θα τείνει να ξαναπάρει τον μεσαιωνικό της ρόλο, το ανώτερο αίμα ... το γαλάζιο ... που θα κλείνεται όλο και περισσότερο στα σύγχρονα κάστρα του ... ολοκληρώνοντας την μαρξιστική ... πλήρη απόσπαση του εκμεταλλευτή απο την παραγωγή. Ο εκμεταλλευτής θα διατηρεί μονό το «δικαίωμα» της ιδιοποίησης του πλούτου. Αντίθετα στις τάξεις των εργατών, σε αυτό το συγκεκριμένο κοινωνικό μέλλον, η οικογένεια θα πάψει να αποτελεί την μονάδα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Οι εργάτες θα αναπαράγονται με άλλες,φτωχές προδιαγραφές κοπαδιών εργατικής δύναμης ... σε συμφέρουσα τιμή για τους καπιτάλες. Ή μήπως και αυτά τα έξοδα της εργατικής αναπαραγωγής θα τα αναλάβει η «κοινωνία» σε πολύ πιό συμφέρουσες τιμές για τους καλούς μας καπιταλιστές ?? Η νέα κατάσταση θα απαιτεί όμως και κάτι άλλο πολύ σπουδαίο. Τα μεσαία στρώματα. Τα εξαγορασμένα στρώματα που θα διεκπεραιώνουν τις ευαίσθητες φάσεις της παραγωγής, της ασφάλειας των εκμεταλλευτών και της καταστολής των εργατών. Βέβαια θα ειναι ταυτόχρονα οι βασικές τάξεις των καταναλωτών με ενδιάμεση οικονομική δυνατότητα και πρόσβαση στα μοντέρνα καλούδια της τεχνολογίας. Θα ειναι οι μοντέρνοι «σταυροφόροι», οι μπιστικοί που θα επιβλέπουν την παραγωγή και θα φυλάνε τα κάστρα απο τις εξαθλιωμένες μάζες. 

   Αν ήμουν καπιτάλας εδώ και είκοσι – τριάντα χρόνια ... θα είχα αρχίσει να ζητάω απο το πολιτικό υπηρετικό μου προσωπικό να μου ετοιμάζει εκείνο το ευνοικό νομικό πλαίσιο για τις μελλοντικές επενδύσεις. Ολα τα νέα πεδία που θα μπορούν να εισέλθουν οι νέες τεχνολογίες πρέπει να μετατραπούν σε πεδία ακραίας εμπορευματοποίησης, αγοραπωλησιών και κέρδους. Τα πάντα ... απο την παραγωγή σπόρων και φαρμάκων μέχρι την αναπαραγωγή ανθρώπων. Οι δεσμοί συγγένειας άρχισαν δειλά-δειλά να οργανώνονται μέσω νομικών συμβολαίων. Σαν μια "τεχνική" παρέμβαση (παραβίαση) στην διαλεκτική κίνηση της κοινωνίας, που αυτή και μόνο αυτή, μπορει να αποδίδει ιστορικούς ρόλους στους κοινωνικούς σχηματισμούς ... νομοθετούν νέα είδη οικογένειας με συγκεχυμένες τις έννοιες της πατρότητας και μητρότητας. Το πρόβλημα είναι η στόχευση αυτού του εγχειρήματος. Και δεν θα ήταν πρόβλημα οτι ο ίδιος ο καπιταλισμός προσπαθεί μια ώρα αρχύτερα να αποδομήσει έναν ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό που ούτως ή αλλοιώς κάποια στιγμή θα ξεπεραστεί, λύνοντας ταυτόχρονα κάποια ζητήματα ισότητας κοινωνικών ομάδων. Το πρόβλημα αρχίζει οταν η στόχευση ενός ακόμα για την ώρα αντι-ιστορικου εγχειρήματος δεν είναι τιποτα άλλο παρά η επιβίωση του καπιταλισμού στις νεοδιαμορφωμένες συνθήκες. Η επιβίωση μάλιστα του πιο αντιδραστικού καπιταλισμού, οπως είδαμε παραπάνω. Το εγχείρημα, όσα επιμέρους υπαρκτά ζητήματα και να λύνει προσωρινά, δεν μπορει να απογυμνωθεί απο τον συνολικά αντιδραστικό του ρόλο και στόχευση. Διάσπαση της οικογένειας πριν την ώρα της, αντικαταστασή της με βολικές και εύπλαστες φόρμουλες, ταυτόχρονα με την ακραία προώθηση του ατομισμού. Για την ώρα η μέχρις εδώ εφαρμογή των σχεδίων ... συντείνει στο να αρχίζει να διαμορφώνεται ένας ατομικός τρόπος ζωής που ευνοεί την επαγγελματική κινητικότητα και την άνευ όρων διαθεσιμότητα εργαζομένων στις εφήμερες ανάγκες του κεφαλαιοκράτη. Και στο κάτω κάτω της γραφής τι διάολο ιστορικό ρόλο θα έχει να επιτελέσει η μελλοντική εργατική οικογένεια των γνωστών γονεϊκών φυσικών ρόλων ?? Για τον εργάτη δεν θα υπάρχει το ιστορικό περιεχομενο της γνωστής οικογένειας. Ο εργάτης του μέλλοντος δεν θα χρειάζεται να αναπαράγει με τους παλιούς τρόπους την εργατική δύναμη και ταυτόχρονα δεν θα κατέχει ιδιοκτησία για να την μεταβιβάσει. 

   Το πράγμα βγάζει μάτια. Στο δίλημμα ... κομμουνισμός ή βαρβαρότητα ... δεν υπάρχει μεσοβέζικη θέση.


απο το ΑΝΤΙΒΑΡΟ











Η στρατηγική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο



Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει την Τσεχοσλοβακία
Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει την Τσεχοσλοβακία
Το υπό έκδοση Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, περιόδου 1918-1949, αποτιμώντας τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αναλύει ταυτόχρονα και εκτιμά τη στρατηγική της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) πριν από τον πόλεμο και στη διάρκειά του.
Από το ξεκίνημα του πολέμου, τα Κομμουνιστικά Κόμματα πρωτοστάτησαν στην οργάνωση αντιστασιακών κινημάτων στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, με σημαντικά αποτελέσματα στην οργάνωση της εργατικής - λαϊκής πάλης, σε κάποιες με μικρότερα, εξαιτίας και του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα του ρόλου της αποτέλεσαν η Ολλανδία, η Σουηδία, η Νορβηγία, το Λουξεμβούργο, αλλά και η Δανία, όπου η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση συνεργάστηκε με τους κατακτητές και έβγαλε εκτός νόμου το ΚΚ (Ερικ Χομπσμπάουμ, «Η εποχή των άκρων», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 2006, σελ. 217). Τα ΚΚ αποτέλεσαν τον κύριο αιμοδότη των αντιστασιακών κινημάτων που συνέβαλαν σημαντικά στην Αντιφασιστική Νίκη των Λαών. Ιδιαίτερα αναφορά αξίζει να γίνει για τους κομμουνιστές που έδρασαν στην καρδιά του ναζιστικού τέρατος.
Στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ γίνεται ουσιαστική προσπάθεια μαζί με τη θετική συνεισφορά να μελετηθεί και η αρνητική εμπειρία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, δίχως συναισθηματισμό, που αποβαίνει κακός σύμβουλος στην ιστορική έρευνα.

Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει τη Βουδαπέστη
Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει τη Βουδαπέστη
Στο πλαίσιο της εξέτασης της στρατηγικής της, πριν και στη διάρκεια του πολέμου, είναι σημαντικό ζήτημα η ανάλυση που έκανε η ΚΔ για τον χαρακτήρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτό, οι θέσεις της διακρίνονταν από παλινωδίες και αποτυπώθηκαν κατά περιόδους ως εξής:
Στο 7ο Συνέδριό της (1935) ο πόλεμος χαρακτηριζόταν ιμπεριαλιστικός και από τις δύο πλευρές. Ωστόσο, με την υπογράμμιση που έκανε το Συνέδριο ότι ο κύριος εχθρός είναι ο φασισμός, καθώς και με τη στρατηγική που διαμόρφωσε για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, άφηνε ανοικτό παράθυρο για την αλλαγή της παραπάνω θέσης σχετικά με τον χαρακτήρα του πολέμου.
Στις 8 Σεπτέμβρη 1939, η ΚΔ υιοθέτησε τη θέση ότι «ο παρών πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και άδικος, για τον οποίο είναι εξίσου υπεύθυνη η αστική τάξη όλων των εμπολέμων κρατών. (...) η διάκριση των καπιταλιστικών κρατών σε φασιστικά και δημοκρατικά έχει πλέον απολέσει την προηγούμενή της σημασία». Στην ίδια Οδηγία τονιζόταν ότι τα ΚΚ, ιδιαίτερα της Γαλλίας, της Αγγλίας, των ΗΠΑ και του Βελγίου, που είχαν πάρει διαφορετική θέση, θα έπρεπε να διορθώσουν αμέσως την πολιτική τους γραμμή και να χαρακτηρίσουν τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και από τις δύο πλευρές.
Στη συνέχεια, όταν η Γερμανία επιτέθηκε στη Σοβιετική Ενωση (22 Ιούνη 1941), η θέση της ΚΔ άλλαξε και πάλι. Ο πόλεμος δεν χαρακτηριζόταν πια ιμπεριαλιστικός, που γινόταν για τη διανομή του κόσμου, αλλά αντιφασιστικός.
Η εξέλιξη της στρατηγικής

7ο Συνέδριο της ΚΔ. Οι αντιπρόσωποι τιμούν τα θύματα του ταξικού αγώνα. Από αριστερά προς τα δεξιά: Μορίς Τορέζ, Ι. Β. Στάλιν, Μαρσέλ Κασέν, Γκιόργκι Ντιμιτρόφ και Βίλχεμ Πικ. Πρόεδρος του Συνεδρίου εξελέγη ομόφωνα ο Ερνστ Τέλμαν, που βρισκόταν φυλακισμένος στη Γερμανία
7ο Συνέδριο της ΚΔ. Οι αντιπρόσωποι τιμούν τα θύματα του ταξικού αγώνα. Από αριστερά προς τα δεξιά: Μορίς Τορέζ, Ι. Β. Στάλιν, Μαρσέλ Κασέν, Γκιόργκι Ντιμιτρόφ και Βίλχεμ Πικ. Πρόεδρος του Συνεδρίου εξελέγη ομόφωνα ο Ερνστ Τέλμαν, που βρισκόταν φυλακισμένος στη Γερμανία
Η άνοδος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος Γερμανίας (Χίτλερ) στη διακυβέρνηση (1933) και οι φανερές στοχεύσεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση της στρατηγικής της ΚΔ, σε σύγκριση με το 6ο Συνέδριό της (1928).
Το 6ο Συνέδριο διαχώριζε σε τρεις κατηγορίες τις καπιταλιστικές χώρες, χαράσσοντας διαφορετική στρατηγική των ΚΚ για τις χώρες κάθε κατηγορίας. Το πρόγραμμα που ψήφισε ανέφερε:
«α) Χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (Ενωμένες Πολιτείες, Γερμανία, Αγγλία κ.λπ.) (...) Στις χώρες αυτές στο επίπεδο της πολιτικής βασική προγραμματική απαίτηση είναι το άμεσο πέρασμα στη διχτατορία του προλεταριάτου (...).
β) Χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού (Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Βαλκανικές χώρες κ.λπ.) (...) Σε μερικές από αυτές τις χώρες είναι δυνατό ένα λίγο - πολύ γρήγορο πέρασμα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική (...).
γ) Αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες (...) και εξαρτημένες χώρες (...) Το πέρασμα προς τη διχτατορία του προλεταριάτου είναι δυνατό εδώ, κατά κανόνα μόνο μέσω μιας σειράς προπαρασκευαστικών βαθμίδων, μόνο σαν αποτέλεσμα ολόκληρης περιόδου μετατροπής της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική...».

Ο Λένιν στο βήμα στο 1ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς
Ο Λένιν στο βήμα στο 1ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς
Επίσης, το 6ο Συνέδριο έδωσε τον ορισμό του φασισμού, εκτιμώντας:
«Για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη σταθερότητα (...) η κεφαλαιοκρατία είναι αναγκασμένη όλο και περισσότερο να περνά απ' το κοινοβουλευτικό σύστημα προς την (...) φασιστική μέθοδο. (...) Αφού στερεωθεί στο πηδάλιο της κρατικής εξουσίας, ξεσκεπάζεται όλο και περισσότερο σαν τρομοκρατική διχτατορία του μεγάλου κεφαλαίου».
Το Πρόγραμμα που ψήφισε το 6ο Συνέδριο της ΚΔ είχε μια σειρά από προβληματικές τοποθετήσεις. Με τον σχηματικό διαχωρισμό των χωρών, υποτιμούσε ότι:
Ο χαρακτήρας της εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού έχει διεθνή διάσταση, ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις των καπιταλιστικών χωρών στο βαθμό και στις ιδιαιτερότητες ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, η μεγάλη ατομική ιδιοκτησία με τη μετοχική μορφή, τα μονοπώλια, καθορίζουν την καπιταλιστική ανάπτυξη σε κάθε καπιταλιστική χώρα, υποτάσσουν κάθε κοινωνική αντίθεση στην αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας.
Η στρατηγική προσέγγισης της ΚΔ, για χώρες όπως και η Ελλάδα, στις οποίες είχε εδραιωθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, υποτιμούσε την υπαρκτή δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων να δώσουν μεγάλη ώθηση και ν' απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μετά από την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.
Ωστόσο, το 7ο Συνέδριο επέφερε πλήρη στροφή στη στρατηγική της ΚΔ, ακόμα και για τις πιο αναπτυγμένες χώρες (Αγγλία, ΗΠΑ κ.λπ.), για τις οποίες το 6ο Συνέδριο καθόριζε ότι ο χαρακτήρας της επανάστασης θα ήταν σοσιαλιστικός. Ο πυρήνας της στρατηγικής του 7ου Συνεδρίου περικλείεται στο εξής:
Η εργατική τάξη δεν είχε να διαλέξει τότε «ανάμεσα στην προλεταριακή δικτατορία και την αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό», θέση με την οποία εξουδετερωνόταν ο χαρακτηρισμός του τότε επερχόμενου πολέμου ως ιμπεριαλιστικού. Από αυτήν άλλωστε απέρρεε η πολιτική συμμαχία και η κυβερνητική συνεργασία με μέρος των αστικών πολιτικών δυνάμεων:
«Για τη δημιουργία του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου (...) κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορούμε και πρέπει να προσπαθούμε να κερδίσουμε τα κόμματα αυτά και τις οργανώσεις ή μεμονωμένα τμήματά τους, για το αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο, παρά το ότι έχουν αστική ηγεσία».
Ταυτόχρονα, το 7ο Συνέδριο διαχώρισε το «αντιδραστικό στρατόπεδο της σοσιαλδημοκρατίας» απ' το «στρατόπεδο που υπάρχει και μεγαλώνει, το στρατόπεδο των αριστερών σοσιαλδημοκρατών».
Οσον αφορά τον φασισμό, τον προσδιόρισε ως «την ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου».
Το 7ο Συνέδριο διαχώριζε απόλυτα την «εξουσία» του χρηματιστικού κεφαλαίου από τα συμφέροντα του βιομηχανικού κεφαλαίου. Αντίστοιχα, διαχώριζε απόλυτα και τα καπιταλιστικά κράτη σε φασιστικά και δημοκρατικά. Ως συνέπεια αυτού του διαχωρισμού ιδεολογικοποιήθηκε η συμμαχία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος με τμήμα αστικών δυνάμεων και κρατών, αδυνάτισε η ταξική ετοιμότητα απέναντι στην αντίπαλη τάξη.
Το 7ο Συνέδριο πήρε και άλλες αποφάσεις, που τελικά επέδρασαν αρνητικά στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα. Κρίσιμο ζήτημα ήταν ότι έβαλε τις βάσεις για την αυτοδιάλυση της ΚΔ. Η σχετική απόφαση του προεδρείου της ΕΕ της ΚΔ (15 Μάη 1943) ανέφερε ανάμεσα σε άλλα:
«Ηδη το έβδομο συνέδριο της ΚΔ έδωσε έμφαση στην ανάγκη η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ να αποφεύγει τις παρεμβάσεις στα εσωτερικά οργανωτικά ζητήματα των κομμουνιστικών κομμάτων, όσον αφορά τις αποφάσεις για όλα τα ζητήματα του εργατικού κινήματος που προκύπτουν από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας» («Κομμουνιστική Διεθνής», αριθμός 5-6 του 1943, σελ. 26-27 (μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο)).
Επιπλέον, το 7ο Συνέδριο άνοιξε τον δρόμο για τη συγχώνευση Κομμουνιστικών Κομμάτων με τα σοσιαλδημοκρατικά. Ετσι, τον Ιούλη του 1936 το ΚΚ Καταλονίας και η Καταλανική Ομοσπονδία του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ισπανίας ίδρυσαν το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα, ενώ συγχωνεύτηκαν η Κομμουνιστική και η Σοσιαλιστική Νεολαία Ισπανίας. Συγχώνευση των αντίστοιχων Νεολαιών έγινε το 1936 και στη Λετονία. Το 1937 άρχισαν συζητήσεις ανάμεσα στο ΚΚ και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ισπανίας για τη συγχώνευσή τους σε ενιαίο κόμμα. Στην ίδια κατεύθυνση προσανατολιζόταν και το ΚΚ Γαλλίας. Και αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο συγχωνεύτηκαν, σε επίπεδο εξουσίας πια, τα ΚΚ με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των Βουλγαρίας, Πολωνίας, Ουγγαρίας, Ρουμανίας, ΛΔ Γερμανίας. Την ίδια περίοδο προσανατολίστηκε και το ΚΚΕ προς την αυτοδιάλυση της ΟΚΝΕ, η οποία τελικά έγινε το 1943, οπότε συγχωνεύτηκε στην ΕΠΟΝ.
Ακόμα, το 7ο Συνέδριο τάχθηκε υπέρ της συγχώνευσης των δυο συνδικαλιστικών Διεθνών, της Κόκκινης και της Διεθνούς του Αμστερνταμ.
Τι άλλαζε θετικά τους συσχετισμούς
Τόσο στην κομματική βιβλιογραφία όσο και σε άλλων κατευθύνσεων βιβλιογραφία επικράτησε για πολλά χρόνια η αντίληψη ότι η στροφή του 7ου Συνεδρίου ήταν αναγκαία, εξαιτίας του αρνητικού για το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και επωφελής, γιατί χάρη σ' αυτή σώθηκε η Σοβιετική Ενωση στη διάρκεια του πολέμου, μια σειρά κράτη έγιναν σοσιαλιστικά, καθώς και ότι χάρη σ' αυτήν τη στρατηγική τα ΚΚ της Δύσης μαζικοποιήθηκαν, δημιουργώντας και τα αντίστοιχα λαϊκά κινήματα.
Η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική.
Η Σοβιετική Ενωση νίκησε κυρίως με τις δικές της δυνάμεις τον γερμανικό στρατό στην επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Πρωταρχικά χάρη στη δύναμη του Κόκκινου Στρατού και γενικότερα χάρη στον διεθνή ρόλο της ΕΣΣΔ, καθώς και τον ρόλο των ΚΚ, απελευθερώθηκαν χώρες της Ευρώπης και οκτώ αποσπάστηκαν από το ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Μια σειρά καλόπιστοι αγωνιστές, που αναγνωρίζουν και δικαίως θαυμάζουν την εποποιία του Κόκκινου Στρατού στον πόλεμο, εκφράζουν κατά καιρούς τη σκέψη ότι η αυτοδιάλυση της ΚΔ έβαζε εμπόδιο στις επιδιώξεις αστικών κύκλων, εντός και εκτός Γερμανίας, να αναδιαταχθεί η συμμαχία των ΗΠΑ - Αγγλίας με την ΕΣΣΔ και να στραφούν όλες μαζί (ΗΠΑ - Αγγλία - Γερμανία - κ.ά.) κατά της ΕΣΣΔ. Με άλλα λόγια, ότι η αυτοδιάλυση της ΚΔ επέδρασε στρατηγικά και ματαίωσε αυτά τα σχέδια.
Πρόκειται για άποψη που άθελά της υποβαθμίζει αναμφισβήτητα γεγονότα, ότι δηλαδή τα παραπάνω σχέδια τα ματαίωσε η δύναμη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, σε συνδυασμό με το ανυψωμένο κύρος της ΕΣΣΔ, την αίγλη της στους λαούς όλου του κόσμου. Εξάλλου η αυτοδιάλυση της ΚΔ δεν επέσπευσε ούτε την απόβαση των ΗΠΑ - Αγγλίας στη Νορμανδία, που έγινε πολύ αργότερα (Ιούνης 1944).
Τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων βελτίωνε σε όφελος του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος η πολεμική επίδοση του Κόκκινου Στρατού, με την καθοδηγητική δύναμη του ΚΚ (Μπ.) και την αυτοθυσία του σοβιετικού λαού. Τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων υπέρ του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος μπορούσε να βελτιώσει περισσότερο ο συνδυασμός σε κάθε χώρα του εθνικοαπελευθερωτικού ή αντιφασιστικού αγώνα με τη γραμμή συσπείρωσης δυνάμεων για την εργατική εξουσία.
Αμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις
Η γραμμή του 7ου Συνεδρίου δεν επιβεβαιώθηκε, γιατί απομάκρυνε - αντί να φέρει πιο κοντά - τα ΚΚ από τον στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Η μελέτη της περιόδου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και οι εξελίξεις που διαδραματίστηκαν στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα μετά τον πόλεμο, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική που χαράχτηκε από το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα προκάλεσε άμεσες και μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις.

1. Αποδείχθηκε επιβλαβής για τα εργατικά - λαϊκά κινήματα της Γαλλίας και της Ιταλίας η συμμετοχή των ΚΚ στις εκεί αστικές κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμμετοχή τους σε αυτές όχι μόνο δεν αποτέλεσε μέσο για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, αλλά αντίθετα επέδρασε μακροπρόθεσμα στο χαρακτήρα αυτών των κομμάτων, στη σοσιαλδημοκρατικοποίησή τους και, στην πορεία, στη γέννηση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος.


2. Οσον αφορά την Ελλάδα, ήταν λαθεμένες και δεν βοηθούσαν ούτε το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα ούτε το ΚΚΕ η επιλογή της υπογραφής της Συμφωνίας του Λιβάνου και στη συνέχεια η συμμετοχή των ΚΚΕ - ΕΑΜ - ΠΕΕΑ στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» υπό τον Γ. Παπανδρέου, επιλογή με την οποία βρέθηκε σύμφωνη η ηγεσία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Απόρροια της Συμφωνίας του Λιβάνου ήταν η Συμφωνία της Καζέρτας, αφού δίχως την Καζέρτα η Συμφωνία του Λιβάνου έμενε χωρίς πόδια.

3. Η ίδια στρατηγική, και μετά τον πόλεμο, οδήγησε στη συμμετοχή σειράς ΚΚ της Ευρώπης σε αντίστοιχες μεταπολεμικές αστικές κυβερνήσεις (Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Δανία, Νορβηγία, Ισλανδία, Αυστρία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο), σε δυο κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική (Χιλή, Κούβα) και σε δυο της Ασίας (Ινδονησία, Ιράν). Ηταν στρατηγική που δεν ωρίμαζε τον υποκειμενικό παράγοντα στην πάλη για το σοσιαλισμό, αλλά αντίθετα τον αποδυνάμωνε.


4. Σ' αυτό το πλαίσιο, το ΚΚΕ παραγνώρισε την ύπαρξη συνθηκών επαναστατικής κατάστασης που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα και που κορυφώθηκε τις μέρες της απελευθέρωσης και του Δεκέμβρη 1944. Η ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης θέτει μπροστά σε κάθε ΚΚ μόνο το καθήκον της πάλης για την ανατροπή της αστικής εξουσίας και κανένα άλλο.

Η στρατηγική της περιόδου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου εκτιμήθηκε ως σωστή από το 19ο καθώς και από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, όπως και από τα επόμενα συνέδριά του. Συνέχισαν και αυτά να κάνουν λόγο για «δεξιούς ιμπεριαλιστές», για αντιδραστικούς κύκλους των ΗΠΑ και άλλων κρατών, σε διάκριση από τους «ειρηνόφιλους», ενώ προσδιόριζαν τον αγώνα των ΚΚ στις καπιταλιστικές χώρες ως αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Σε αυτήν τη βάση, το 20ό Συνέδριο πραγματοποίησε μεγαλύτερη στροφή, διακηρύσσοντας τη δυνατότητα «η εργατική τάξη, ενώνοντας γύρω της (...) όλες τις πατριωτικές δυνάμεις (...) να κατακτήσει σταθερή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και να το μετατρέψει από όργανο της αστικής δημοκρατίας σε όργανο της πραγματικής λαϊκής θελήσεως» («Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ», Εκδόσεις «Ζώγια», Αθήνα 1956, σελ. 42). Αυτήν τη θέση, για παράδειγμα, είχε υιοθετήσει στο Πρόγραμμά του το ΚΚ Μ. Βρετανίας ήδη από το 1951.
Ο αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων δεν μπορεί να αποτελεί για το ΚΚ κριτήριο στη χάραξη της στρατηγικής του. Ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων ήταν συντριπτικά σε βάρος του ΚΚ (Μπ.) πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ομως η ηγεσία του κόμματος δεν καθόρισε τη στρατηγική της με βάση αυτόν. Σε βάρος του ΚΚ (Μπ.) ήταν ο συσχετισμός και στην περίοδο που ακολούθησε μετά την ανατροπή του τσάρου, όχι μόνο στο επίπεδο της κυβέρνησης που διαμορφώθηκε, αλλά και στα Σοβιέτ. Αξιοποίησε όμως τη συνεχιζόμενη επαναστατική ορμή και έθεσε ως άμεσο καθήκον την αλλαγή του για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, αφήνοντας στην άκρη ως ξεπερασμένη τη στρατηγική της δημοκρατικής δικτατορίας των εργατών και αγροτών, την οποία υπεράσπιζαν αρχικά ακόμα και μια σειρά ηγετικά στελέχη των Μπολσεβίκων.
Η πείρα των αδυναμιών στρατηγικής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι πολύτιμη σήμερα, καθώς - σε μια περίοδο καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών - μια σειρά πολιτικές δυνάμεις προβάλλουν ως απειλή για τα «δημοκρατικά» βάθρα της ΕΕ το γεγονός ότι ακροδεξιές δυνάμεις («ευρωσκεπτικιστικές», εθνικιστικές, φασιστικές ή όπως αλλιώς) σηκώνουν κεφάλι. Αξιώνουν επί της ουσίας η γραμμή πάλης του εργατικού - λαϊκού κινήματος να κινηθεί στην κατεύθυνση της κοινής στάσης με αστικές πολιτικές δυνάμεις κατά ακροδεξιών και φασιστικών δυνάμεων, ουσιαστικά αφήνοντας στο απυρόβλητο τον καπιταλισμό που τις γεννά και τις θρέφει.
Ορισμένα βασικά συμπεράσματα
Το γεγονός ότι η αντίληψη του στρατηγικής σημασίας διαχωρισμού των αστικών πολιτικών δυνάμεων σε δημοκρατικές - φιλειρηνικές και σε φασιστικές - φιλοπόλεμες συνέχιζε να υπάρχει στα Προγράμματα των ΚΚ και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, διαπερνούσε και τη λογική του ΚΚΣΕ αλλά και τις όποιες προσπάθειες διαμόρφωσης της διεθνούς στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική του 7ου Συνεδρίου δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των κινδύνων που αντιμετώπιζε η ΕΣΣΔ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεμελιακό ζήτημα, που οι αιτίες του απομένει να ερευνηθούν σε μεγαλύτερο βάθος, είναι το ποιοι παράγοντες συντέλεσαν ώστε να μη θεωρηθεί επίκαιρη η τόσο πολύτιμη πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Στις Αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου και στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (1949-1968) περιέχονται ορισμένα πρώτα συμπεράσματα σχετικά με τη στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος και τη στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ταυτόχρονα, αυτά φωτίζονται και από νέες πηγές, συνοδεύονται από νέους προβληματισμούς που προκύπτουν και που περιέχονται στον τόμο Β1 του υπό έκδοση Δοκιμίου Ιστορίας 1918-1949.
Η ΚΔ ιδρύθηκε (1919) σε συνθήκες επαναστατικής ανόδου (βρισκόταν σε εξέλιξη η νικηφόρα πορεία της σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία), με την εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης και μάλιστα στη Γερμανία. Οι επαναστατικές εξεγέρσεις που πραγματοποιήθηκαν δεν είχαν νικηφόρα έκβαση και κατά συνέπεια, με την επανασταθεροποίηση της αστικής εξουσίας, επήλθε δυσμενής αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων για το κομμουνιστικό κίνημα.
Με άλλα λόγια, σε συνθήκες ήττας και υποχώρησης των επαναστατικών εξεγέρσεων σε Γερμανία, Ουγγαρία και Φινλανδία, το ζήτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», κομβικό στη διαπάλη του επαναστατικού εργατικού κινήματος με τον οπορτουνισμό - συμβιβασμό, επανήλθε πιέζοντας επαναστατικές δυνάμεις ενταγμένες στις γραμμές της ΚΔ. Τα νεαρά ΚΚ - μέλη της ΚΔ - δέχτηκαν νέες οπορτουνιστικές πιέσεις, λόγω και της μεγάλης επιρροής της σοσιαλδημοκρατίας στο συνδικαλιστικό - εργατικό κίνημα. Αλλωστε, στην ΚΔ είχαν ενταχθεί και κόμματα που δεν είχαν αποβάλει, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, από τις γραμμές τους φορείς σοσιαλδημοκρατικών απόψεων.
Στις νέες συνθήκες υποχώρησε η αντιμετώπιση της σοσιαλδημοκρατίας ως προδοτικής - αντεπαναστατικής στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παραμερίστηκαν οι ευθύνες των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων για τον σφαγιασμό των προλεταριακών επαναστάσεων (Γερμανίας κ.ά.).
Το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα λαθεμένα εκτιμούσε ότι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα περιλάμβαναν τη «δεξιά» και την «αριστερή» τους πτέρυγα. Το ζήτημα της στάσης της ΚΔ απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία έγινε πιο περίπλοκο σε συνθήκες που η ΕΣΣΔ σωστά πάλευε για τη διεθνή αναγνώρισή της ως κράτους, για τη διαμόρφωση διπλωματικών και εμπορικών σχέσεων με καπιταλιστικά κράτη, αλλά δεν έπρεπε να ιδεολογικοποιηθεί αυτή η προσπάθεια. Το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της σοσιαλδημοκρατίας ήταν πιο θετικές σε αυτές τις προσπάθειες της ΕΣΣΔ, έστω και τυπικά, δεν έπρεπε να οδηγήσει στην αντιμετώπισή της ως δυνητικού συμμάχου, ακόμα και ως δυνατότητα οργανικής ενότητας κομμουνιστικών και έστω τμήματος σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων.
***
Η εποχή του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, που έμπρακτα εγκαινίασε η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, εποχή που συνεχίζεται παρά την αντεπανάσταση, είναι αυτή που καθορίζει το περιεχόμενο, τον χαρακτήρα του Προγράμματος κάθε ΚΚ.
Η παραπάνω νομοτέλεια δεν αναστέλλεται λόγω των ιδιαίτερων πολιτικών συνθηκών που διαμορφώνονται σε κάθε φάση της ταξικής πάλης (συνθήκες φασισμού, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, διώξεων σε βάρος ΚΚ ή άλλες), πολύ περισσότερο όταν διαμορφώνονται συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, που βάζουν άμεσα στην ημερήσια διάταξη το καθήκον της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Συνταγματική αναθεώρηση: Προεκλογικό τρικ ή ανάγκη του συστήματος;





Eurokinissi
Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να εκκινήσει τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης επικρίθηκε από τα κόμματα της αστικής αντιπολίτευσης ως μια κίνηση προεκλογικού και επικοινωνιακού χαρακτήρα. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν και τέτοιες σκοπιμότητες στην πρωτοβουλία της κυβέρνησης, για να τροφοδοτηθεί ο διπολικός καβγάς, κυρίως με τη ΝΔ, εντούτοις μια τέτοια προσέγγιση είναι επιφανειακή και απλοϊκή.

Μέσα απ' τη συνταγματική αναθεώρηση επιδιώκονται βαθύτεροι στρατηγικοί στόχοι, που έχει σήμερα ανάγκη η άρχουσα τάξη. Ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι; Αυτοί που ομολόγησε ο κ. Τσίπρας, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ: Αφενός η εξασφάλιση της κυβερνητικής σταθερότητας και η συνέχεια στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, που δεν πρέπει να διαταράσσεται από διάφορους παράγοντες (π.χ. εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, πρόταση δυσπιστίας), αφετέρου η προσπάθεια αναστήλωσης του κύρους του αστικού πολιτικού συστήματος, το οποίο έπληξαν η καπιταλιστική οικονομική κρίση, η υλοποίηση αντιλαϊκών πολιτικών, η ασυνέπεια λόγων - έργων. Ιδιαίτερα στο τελευταίο ζήτημα ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε πρωταθλητής.
Και ποιος καλύτερος, απ' τον ΣΥΡΙΖΑ, για να φέρει σε πέρας αυτό το έργο, από τη στιγμή που, όλα αυτά τα χρόνια, έχει εξελιχθεί σ' έναν στυλοβάτη του αστικού πολιτικού συστήματος και έχει δώσει εξετάσεις στην προώθηση των αντιλαϊκών επιλογών - απ' τα μνημόνια μέχρι τα επικίνδυνα και εγκληματικά αμερικανοΝΑΤΟικά σχέδια - χωρίς μάλιστα να κουβαλάει κάποιες από τις παλιές «αμαρτίες» της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ; Να γιατί σωστά το ΚΚΕ επισημαίνει ότι, μετά τη νομιμοποίηση των μνημονίων, ο ΣΥΡΙΖΑ προσφέρει άλλη μια υπηρεσία στο σύστημα, αυτήν τη φορά με τη συνταγματική αναθεώρηση.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να παίξει - και με αφορμή τη συνταγματική αναθεώρηση - το γνωστό παιχνίδι της κάλπικης αντιπαράθεσης με τη ΝΔ, σε μια περίοδο που ταυτίζονται σε όλα τα κρίσιμα και στρατηγικά ζητήματα.

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει αυτήν την αντιπαράθεση ως σύγκρουση της «προόδου» με τη «συντήρηση», του «νέου» με το «παλιό», η δε ΝΔ ως σύγκρουση της «ιδεοληψίας» με τον «εκσυγχρονισμό».
Ούτε το χρονικό σημείο γι' αυτήν την πρωτοβουλία δεν είναι τυχαίο. Εχουν ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, με προηγούμενες συνταγματικές αναθεωρήσεις, οι αναγκαίες προσαρμογές που αφορούσαν το πεδίο της οικονομίας, με βάση τις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου. Οπως επίσης έχει προχωρήσει η σχετική, με τα παραπάνω, διαδικασία ενσωμάτωσης της χώρας στο ευρωενωσιακό πλαίσιο.
Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι τα τελευταία χρόνια, με τις αναθεωρήσεις που έγιναν, ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η ισχύς του δικαίου της ΕΕ, όχι μόνο έναντι των τυπικών νόμων, αλλά και έναντι του ίδιου του Συντάγματος. Με βάση αυτά υλοποιήθηκαν τα μνημόνια και τα αντιλαϊκά μέτρα υπέρ του κεφαλαίου, που εκπορεύονται από την ΕΕ και ισχύουν για όλα τα κράτη - μέλη. Φυσικά, ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν αγγίζει αυτές τις διατάξεις, αλλά αντίθετα αυτοπροβάλλεται ως βασική δύναμη υπεράσπισης της εμβάθυνσης της ΕΕ. Ασχετα αν την ίδια στιγμή «κλαίει» για την «ενίσχυση υπερεθνικών, κρατικών και ιδιωτικών μηχανισμών που κινούνται έξω από το πλαίσιο του λαϊκού ελέγχου»1, κρύβοντας ότι αυτό επιτάσσουν οι διεθνείς συμμαχίες της αστικής τάξης, τις οποίες και ο ίδιος υπηρετεί.
Οπότε, αυτό που επείγει τώρα είναι οι αναγκαίες προσαρμογές στο πολιτικό εποικοδόμημα, στον τρόπο λειτουργίας του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του, παίρνοντας υπόψη ότι ο σημερινός πολιτικός συσχετισμός δεν επιτρέπει τη συγκρότηση σταθερών μονοκομματικών κυβερνήσεων, με τον τρόπο που αυτό γινόταν στο παρελθόν. Εξ ου και η αγωνία για την κυβερνητική σταθερότητα. Εξ ου και η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ένα - συνταγματικά κατοχυρωμένο - αναλογικότερο εκλογικό σύστημα, που του δίνει τη δυνατότητα για κυβερνητικές συνεργασίες με εν δυνάμει περισσότερους συνεταίρους.
Αλλωστε, «το Σύνταγμα δε διαμορφώνει, κυρίως αποτυπώνει σε νομική μορφή και κατοχυρώνει τις ήδη υπάρχουσες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, τα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης...» (...) «Κατά κανόνα η διαδικασία προσαρμογής του αστικού Συντάγματος γίνεται εκ των υστέρων, όταν συνειδητοποιούνται οι αντικειμενικές εξελίξεις, όταν έχουν διαπιστωθεί ότι λειτουργούν και "άγραφοι" νόμοι»2.

Με βάση τα παραπάνω, οι προτεινόμενες αλλαγές μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τρεις επιμέρους κατηγορίες:

Η πρώτη κατηγορία αλλαγών αφορά τη βασική στόχευση της κυβερνητικής σταθερότητας. Αυτό επιδιώκουν τόσο η πρόταση που αποτρέπει τη διάλυση του Κοινοβουλίου, με αφορμή την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ) όσο και η λεγόμενη εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας, σύμφωνα με την οποία πρόταση δυσπιστίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Κοινοβούλιο, παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι υπερψηφίζεται ταυτόχρονα και άλλος πρωθυπουργός3.
Αυτόν το στόχο υπηρετεί και η συζήτηση για αύξηση των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ, σε συνδυασμό με την πιθανή ανάδειξή του με γενικές εκλογές. Μια τέτοια προοπτική ισχυροποιεί εκ των πραγμάτων το ρόλο του ΠτΔ στο αστικό πολιτικό σύστημα, συνεπώς συνιστά μια αντιδραστική εξέλιξη.
Επίσης, αυτόν το στόχο υπηρετούν και άλλες επιμέρους προτάσεις, που έχουν ακουστεί, όπως η στελέχωση των λεγόμενων ανεξάρτητων αρχών ή της ανώτερης κρατικής υπαλληλίας (π.χ. γενικοί γραμματείς υπουργείων), έτσι ώστε να διαμορφωθούν θεσμοί και πρόσωπα που, ανεπηρέαστα από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία και κυρίως από την παρέμβαση και τους αγώνες του λαού, θα είναι άτεγκτοι και αφοσιωμένοι στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής και η όποια εναλλαγή κυβερνήσεων δεν θα διαταράσσει την υλοποίησή της.
Ο στρατηγικός χαρακτήρας αυτών των προτάσεων, για την κυβερνητική πολιτική σταθερότητα, που για το λαό είναι εχθρική, επιβεβαιώνεται και απ' το γεγονός ότι αυτές, με ελάχιστες διαφορές, συμπεριλαμβάνονται και στις προτάσεις της ΝΔ για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Αυτή η σύμπτωση δεν κρύβεται ούτε από την προσπάθεια της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ να επικεντρώσουν στις δικές τους προτάσεις έναντι του «ιδεοληπτικού» ΣΥΡΙΖΑ, με βασική την αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, που παραγνωρίζει ότι η εμπορευματική - επιχειρηματική λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου έχει εν πολλοίς συντελεστεί, με τη συμβολή του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά την προσπάθεια αναπαλαίωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, με προτάσεις όπως η αλλαγή της διάταξης περί ευθύνης υπουργών, ο περιορισμός στη θητεία των βουλευτών, η αλλαγή του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας κ.λπ.

Μάλιστα, αυτές οι προτάσεις διατυπώνονται παράλληλα με μια αποπροσανατολιστική «θεωρία», που εμφανίστηκε τα χρόνια της κρίσης, με βασικό φορέα τον ΣΥΡΙΖΑ (κι άλλες δυνάμεις, ακόμη και απ' τη ναζιστική Χρυσή Αυγή), σύμφωνα με την οποία για την ίδια την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και για τις αρνητικές συνέπειες στη ζωή του λαού φταίει ο τρόπος λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Συνεπώς, αν αλλάξει αυτός ο τρόπος λειτουργίας, αν οι μονοκομματικές κυβερνήσεις αντικατασταθούν από κυβερνήσεις συνεργασίας, αν μειωθεί ο αριθμός των βουλευτών, αν υπάρξουν κάποια μέτρα διαφάνειας, τότε θα αντιμετωπιστεί η κρίση ή θα δημιουργηθούν μεγαλύτερες δυνατότητες για την επίλυση των λαϊκών προβλημάτων.
Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να μείνει στην αφάνεια και τελικά στο απυρόβλητο η πραγματική αιτία της κρίσης και των λαϊκών προβλημάτων, που είναι η ίδια η οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου, το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, η ΕΕ, δηλαδή ο δρόμος τον οποίο υπηρέτησαν και υπηρετούν παλιά και νέα κυβερνητικά κόμματα. Απόδειξη γι' αυτό αποτελεί το γεγονός ότι η κρίση χτύπησε όλες τις χώρες, ακόμη και εκείνες που έχουν προχωρήσει σε αλλαγές, όπως αυτές που προτείνονται από την κυβέρνηση ή από άλλα κόμματα. Ούτε το βάθος της κρίσης στην Ελλάδα έχει να κάνει με τα παραπάνω φαινόμενα, αλλά με τη θέση κάθε χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, με την ανισομετρία που είναι σύμφυτη με τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης.

Η τρίτη κατηγορία παρουσιάζεται με τα ψευδεπίγραφα συνθήματα, όπως είναι η «εμβάθυνση της δημοκρατίας» και η «προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων». Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται οι προτάσεις για τα δημοψηφίσματα, τη δήθεν προστασία των εργαζομένων, την «αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινωνικών εταίρων να ορίζουν τον κατώτατο μισθό» κ.λπ.

Ο υποκριτικός χαρακτήρας αυτών των προτάσεων είναι προφανής: Πάει πολύ να μιλάει ο ΣΥΡΙΖΑ για δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία, τη στιγμή που ήταν αυτή η πολιτική δύναμη, που στο δημοψήφισμα του 2015 μετέτρεψε το ΟΧΙ σε ΝΑΙ, ενώ υλοποίησε σειρά αντιλαϊκών μέτρων με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και κατεπείγοντα νομοσχέδια. Που έφερε ρύθμιση η οποία βάζει μεγάλα εμπόδια στο δικαίωμα στην απεργία και ενεργοποίησε το μνημονιακό νόμο της ΝΔ για καθορισμό του κατώτατου μισθού με υπουργική απόφαση κ.λπ. Που, την ίδια στιγμή που μιλάει για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, κρατάει κλειδωμένη στα συρτάρια την πρόταση νόμου 500 σωματείων, την οποία κατέθεσε στη Βουλή το ΚΚΕ.
Πέρα από το γεγονός ότι πίσω από ορισμένες προτάσεις, όπως ο δημόσιος έλεγχος στο νερό και την ηλεκτρική ενέργεια κ.ά., υποκρύπτεται η πρόθεση να προχωρήσει πιο γρήγορα η απελευθέρωση σε αυτούς τους τομείς, με το Δημόσιο να παίζει το ρόλο του «τροχονόμου» των επιχειρηματικών συμφερόντων.
Ολα αυτά αποδεικνύουν ότι η επίκληση κάποιων δικαιωμάτων στο Σύνταγμα έχει περισσότερο διακηρυκτικό χαρακτήρα και συνοδεύεται με ρήτρες, προϋποθέσεις, νόμους που το καταστρατηγούν στην πράξη. Είναι εν πολλοίς ένα ευχολόγιο, όσο αναγνωρίζεται η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όσο κατοχυρώνεται η ταξική εκμετάλλευση και καταπίεση.
Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ είτε δεν ακουμπά είτε ξεπερνά με ημίμετρα κάποιους υπερώριμους αστικούς εκσυγχρονισμούς, όπως είναι ο πλήρης διαχωρισμός κράτους - Εκκλησίας ή ο μη διορισμός της ηγεσίας των δικαστηρίων από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Βεβαίως, το ΚΚΕ παλεύει στις σημερινές συνθήκες για να διευρυνθούν τα λαϊκά δημοκρατικά δικαιώματα. Ενδεικτικές είναι οι προτάσεις που κατέθεσε για να προστατευτεί το δικαίωμα στην απεργία, για να καταργηθεί ο «τρομονόμος» και μια σειρά άλλων συναφών διατάξεων, οι οποίες απορρίφθηκαν από τη - «δημοκρατικά ευαίσθητη» - κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Αυτούς τους στόχους προωθεί, κυρίως, με την καθημερινή του πάλη στους χώρους δουλειάς, εκεί όπου κρίνονται η «συνταγματική νομιμότητα» και η «αστική δημοκρατία». Ο αγώνας του λαού - κι όχι οι δήθεν αλλαγές απ' τα πάνω - είναι εκείνος ο παράγοντας που μπορεί να κατοχυρώσει αυτά τα δικαιώματα.

Την ίδια στιγμή προβάλλει την ανάγκη να υπάρξουν αλλαγές στο Σύνταγμα, όπως για παράδειγμα:
Η αλλαγή στο άρθρο 48 και τον εφαρμοστικό νόμο 566/1977 «περί κατάστασης πολιορκίας», που στοχοποιεί τον «εσωτερικό εχθρό», δηλαδή το εργατικό - λαϊκό κίνημα και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. πολεμική εμπλοκή), αναστέλλει μια σειρά από δικαιώματα, όπως της απεργίας, του συνεταιρίζεσθαι, της ελευθερίας του Τύπου, δίνει τη δυνατότητα ακόμη και για τη συγκρότηση έκτακτων δικαστηρίων.
`Η η αλλαγή στο άρθρο 28 και στο άρθρο 80 που αφορά την εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε διακρατικές συμμαχίες και ερμηνεύει το Σύνταγμα υπό το πρίσμα του ευρωενωσιακού δικαίου καθώς και μια σειρά άλλα που θα αναδειχτούν κατά τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης.
Φυσικά, δεν τρέφουμε αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει «προοδευτικό», «συμμετοχικό», «δημοκρατικό» Σύνταγμα, στο πλαίσιο της σημερινής εξουσίας του κεφαλαίου. Γιατί αυτή η εξουσία και η οικονομική της βάση είναι που καθορίζουν τα στενά και ασφυκτικά - για το λαό - όρια, ακόμη και του πιο «προοδευτικού» Συντάγματος.

Πραγματικά κυρίαρχος μπορεί να γίνει ο λαός, όταν θα έχει στην ιδιοκτησία του τον πλούτο που παράγει. Γι' αυτό απαιτείται μια άλλη εξουσία, η εργατική εξουσία, που θα έχει ως βασική της αποστολή την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, τον εργατικό - λαϊκό έλεγχο, την αποδέσμευση της χώρας από τους διεθνείς οργανισμούς, όπως είναι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Σε αυτό το πλαίσιο, μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης, που θα κινείται με κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, μπορούν να υπάρχουν νέοι λαογέννητοι θεσμοί διακυβέρνησης και εξουσίας, μια ανώτερη μορφή δημοκρατίας, που θα εδράζεται στους τόπους δουλειάς, δηλαδή στην παραγωγική μονάδα, στην κοινωνική υπηρεσία, στις εργατικές συνελεύσεις, στους κλάδους, θα οργανώνεται σε τοπικό, περιφερειακό και πανελλαδικό επίπεδο, σε μια πρωτόγνωρη μορφή άμεσης συμμετοχής, ελέγχου, αιρετότητας, λογοδοσίας και ανάκλησης των εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού.
Ο λαός έχει το δικαίωμα να παλεύει σε μια τέτοια κατεύθυνση και επίσης έχει τη δύναμη να την επιβάλει. Αλλωστε, το άγχος των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων, του ίδιου του συστήματος, να εξασφαλίσουν την πολιτική σταθερότητα δείχνει την ανησυχία τους για πιθανές αστάθειες. Τέτοια αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος ο λαός όχι μόνο δεν πρέπει να τη φοβηθεί, αλλά και να την αξιοποιήσει προς όφελός του, για να εμποδίσει μέτρα σε βάρος του, να αποσπάσει ό,τι μπορεί. Πάνω από όλα για να διαμορφώσει συσχετισμό και προϋποθέσεις σύγκρουσης με το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα, που ούτε διορθώνεται ούτε εξυγιαίνεται, παρά μόνο ανατρέπεται.
Παραπομπές:
1. Από την ομιλία του Αλ. Τσίπρα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, στις 30/10/2018.
2. Αλέκα Παπαρήγα «Για το αστικό Σύνταγμα και τις αναθεωρήσεις του», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 5, 2018.
3. Από την ομιλία του Αλ. Τσίπρα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, στις 30/10/2018.

Του Γιάννη ΓΚΙΟΚΑ*
*Ο Γιάννης Γκιόκας είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και βουλευτής

Το πραγματικά προοδευτικό για το λαό ο αγώνας για τις σύγχρονες ανάγκες του



Πόσο «προοδευτικές» είναι η υπονόμευση διά νόμου του απεργιακού δικαιώματος, η εφαρμογή του μνημονιακού εκτρώματος για τον καθορισμό του κατώτερου μισθού από την κυβέρνηση και την εργοδοσία, η «κωδικοποίηση» - μονιμοποίηση των εκατοντάδων αντεργατικών νόμων των μνημονίων, που σημαίνουν χαμοζωή για 500 ευρώ, απληρωσιά, εργασιακές σχέσεις - λάστιχο, ζούγκλα στην αγορά εργασίας;
Πόσο «προοδευτικό» είναι να βγάζεις στο σφυρί λαϊκά σπίτια, να ψηφίζεις νόμο που χαρακτηρίζει τις κινητοποιήσεις ενάντια στους πλειστηριασμούς «ιδιώνυμο» αδίκημα, να σφίγγεις τη θηλιά της φοροληστείας, των εκβιασμών και των κατασχέσεων σε εκατοντάδες χιλιάδες λαϊκά νοικοκυριά, να εφαρμόζεις κατά γράμμα την «εργαλειοθήκη» του ΟΟΣΑ που επιταχύνει το ξεκλήρισμα των φτωχών αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου;
Πόσο «ριζοσπαστικό» και «σύγχρονο» είναι να φορτώνεις στο λαό ως ατομική ευθύνη την προστασία από φυσικά φαινόμενα και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα του κεφαλαίου, να βυθίζεις χιλιάδες σπίτια στην ενεργειακή φτώχεια, να πληρώνει ο λαός για Υγεία και Φάρμακο;
Να «ξεπλένεις» τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τη «διαβολική αλλά για καλό» κυβέρνηση Τραμπ, να μετατρέπεις τη χώρα σε μια απέραντη βάση εφόρμησης για ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ στην οποία ο Αμερικανός πρέσβης αλωνίζει από πανεπιστήμιο σε υπηρεσία κι από υπουργείο σε περιφέρεια, κάνοντας το λαό κινούμενο στόχο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών;
Και αλήθεια, τι είδους «προοδευτική απάντηση» στην ακροδεξιά είναι να αθωώνεις την ΕΕ που πρωτοστατεί στην εξίσωση φασισμού - κομμουνισμού και στηρίζει αντιδραστικές δυνάμεις όπως στην Ουκρανία, να στήνεις στα νησιά κολαστήρια για χιλιάδες πρόσφυγες, να υπερασπίζεσαι όπου σταθείς και όπου βρεθείς τις αντιδραστικές συμφωνίες με την ΕΕ που έχουν οδηγήσει στον εγκλωβισμό τους;
Τα ερωτήματα αυτά, και άλλα παρόμοια, δεν μπορεί παρά να γεννιούνται τώρα που με αφορμή και τις αντιδραστικές προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση που παρουσίασε ο πρωθυπουργός στην αρχή της βδομάδας, όσο και με τον «αχό» της σκανδαλολογίας που ξανασηκώνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανεβάσει ξανά το έργο της «προόδου» που μάχεται ενάντια στη «συντήρηση» και την ακροδεξιά, του «ριζοσπαστικού» και «καινοτόμου» που επιτίθεται τάχα στο «παλιό και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα».
Πολυεργαλείο...
Το σχήμα αυτό, όπως και τα υπόλοιπα κάλπικα διλήμματα που κατά καιρούς επιστρατεύουν και εγκαταλείπουν με την ίδια ευκολία, αφού πρώτα φθαρούν με νομοτελειακή ακρίβεια (μνημόνιο - αντιμνημόνιο πριν γίνουν όλοι μνημονιακοί, «ναι» και «όχι» στο δημοψήφισμα πριν πουν όλοι «ναι σε όλα», «φως - σκοτάδι» παλιότερα ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ πριν συγκυβερνήσουν), λειτουργεί ως «πολυεργαλείο»:
-- Πατάει και «φουσκώνει» τις δευτερεύουσες πολιτικές διαφορές ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις - επί της ουσίας για το από ποια τσέπη θα τα πάρουν από το λαό - στήνοντας λογής λογής «σκιάχτρα» με σκοπό να κρύψει το κύριο, τη σύμπλευση όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων στην ουσία της κοινής αντιλαϊκής τους πολιτικής, την ταξική δηλαδή πολιτική για λογαριασμό του κεφαλαίου.
-- Λειτουργεί πάνω σε αυτό το κοινό έδαφος, ως θολή «διαχωριστική γραμμή» που μετακινείται κατά το δοκούν για την ανασύνθεση του αστικού πολιτικού συστήματος, για να διαμορφώνονται συμμαχίες και συμπαρατάξεις αστικών δυνάμεων, να πέφτουν «γέφυρες» προς άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις, στη μια ή την άλλη κατεύθυνση, για να διαμορφώνονται «εναλλακτικές» και σχήματα αστικής διαχείρισης.
-- Αξιοποιείται αλλά και αντανακλά τις αντίστοιχες διεργασίες και προβληματισμούς των αστικών τάξεων σε όλη την ΕΕ, για το πώς καλύτερα θα θωρακίσουν τα συμφέροντά τους, σε συνθήκες μεγάλων δυσκολιών στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία και προδιαγεγραμμένης πορείας προς μια νέα καπιταλιστική κρίση. Συνθήκες που οξύνουν τις αντιθέσεις με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και ανάμεσα στα τμήματα του κεφαλαίου σε κάθε χώρα, ενώ αποτυπώνονται και στην ανάδειξη σε θέσεις αστικής διαχείρισης δυνάμεων που εκφράζουν γραμμή παραπέρα «περιχαράκωσης», με αναδιατάξεις ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, αμφισβήτηση ή επαναδιαπραγμάτευση - έτσι κι αλλιώς - προσωρινών συμφωνιών.
...ενσωμάτωσης
Κυρίως βέβαια τα περί προόδου και συντήρησης που επιστρατεύει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι το νέο όχημα για να συνεχίζονται ο εγκλωβισμός, η ενσωμάτωση λαϊκών δυνάμεων στην πολιτική προς όφελος του κεφαλαίου και τα διλήμματά της.
Γι' αυτό και:
-- Προβάλλει τη λογική της ...«αναγκαίας προσαρμογής», δηλαδή στην πλήρη αποδοχή όσων χάθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης ως «περασμένα - ξεχασμένα», της συστηματικής μείωσης των απαιτήσεων από τα εργατικά - λαϊκά στρώματα. Εμφανίζοντας ως «σύγχρονο» την πολιτική αναδιανομής της φτώχειας, τους μηχανισμούς διαχείρισης και ενσωμάτωσής της, ως απαραίτητο συμπλήρωμα της αντιλαϊκής πολιτικής. Οι εργατικές - λαϊκές ανάγκες καλούνται να «γειωθούν» με την πραγματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας. Να προσαρμοστούν, δηλαδή, στα στενά όρια της καπιταλιστικής κερδοφορίας, που αποτελεί την αιτία των δεινών για τα εργατικά - λαϊκά στρώματα αλλά ο ίδιος εμφανίζει ως τάχα λύση τους. Ολες οι δυνάμεις, λοιπόν, συμβάλλουν στο να διαστρεβλώνεται το βασικό: Οτι ακόμα και η πιο μικρή κατάκτηση για την εργατική τάξη έχει αποσπαστεί διαχρονικά, όταν ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του δυνάμωνε και όχι όταν οι εργαζόμενοι υποτάσσονταν στα συμφέροντα του κεφαλαίου και αποδέχονταν τη «ρεαλιστικότητά» του.
-- Παρουσιάζει ως «νέο» και ενίσχυση της «δημοκρατίας» αντιδραστικές προτάσεις για τη θωράκιση και τη «σταθερότητα», όπως λέει, του πολιτικού συστήματος, σχήματα ενίσχυσης της «κοινωνικής συνοχής», καρικατούρες διεκδίκησης, και «μοχλούς» ώστε τα λαϊκά στρώματα να θεωρούνται συνυπεύθυνα για την αντιλαϊκή πολιτική.
-- Στάζει το «δηλητήριο» στις λαϊκές συνειδήσεις πως ό,τι θετικό προσμένει ο λαός θα έρθει «από τα πάνω», δηλαδή μέσα από τη μεταμόρφωση και αναδιάταξη του σάπιου πολιτικού συστήματος, την ανακύκλωση παλιών και νέων φθαρμένων υλικών, διεκδικώντας για τον εαυτό του το ρόλο του προοδευτικού «λευκαντικού», ιδιαίτερα στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Καλλιεργεί την αναμονή για εναλλαγή των αστικών κυβερνήσεων, που παραλαμβάνουν η μια πίσω απ' την άλλη την ίδια σκυτάλη, αυτή της υπηρέτησης των συμφερόντων της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
-- Με τη σημαία της «κάθαρσης» και της στήριξης κάποιας υποτιθέμενης «υγιούς επιχειρηματικότητας», απέναντι στο «σάπιο και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα του χτες» και την «κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα», επιχειρεί να πείσει ότι υπάρχει τάχα και ένας άλλος, «υγιής» καπιταλισμός, ότι το σάπιο εκμεταλλευτικό σύστημα μπορεί με μια άλλη διαχείριση να κάνει το λύκο αρνί, να απαλλάξει το σύστημα από τις μόνιμες αντιφάσεις του, να μετατρέψει το αστικό κράτος, που υπάρχει για να υπηρετεί την καπιταλιστική κερδοφορία, σε κράτος «για όλους». Γι' αυτό και δείχνει με επιμονή το «δέντρο» της διαφθοράς, εκείνους που «τα παίρνουν», για να κρύψει το «δάσος», αυτούς που τα «δίνουν», τους επιχειρηματικούς ομίλους, τους καπιταλιστές, το μεγάλο σκάνδαλο, που δεν είναι άλλο από το σύστημα της εκμετάλλευσης το οποίο από κοινού υπηρετεί με τους υπόλοιπους και πάνω στο οποίο φυτρώνουν και τα υπόλοιπα «λουλούδια» της διαφθοράς, της σήψης, του παρασιτισμού.
-- Ξεπλένει τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες στις οποίες συμμετέχει η αστική τάξη, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, παρουσιάζοντάς τις ως «εγγύηση» σταθερότητας, ασφάλειας και ειρήνης για τους λαούς, ντύνει με τάχα «προοδευτικό» μανδύα, στην πραγματικότητα αυτόν του κοσμοπολιτισμού της αστικής τάξης, την εμπλοκή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια που ξεδιπλώνονται, οξύνοντας τους ανταγωνισμούς και τις αντιθέσεις, γεννώντας μεγάλους κινδύνους για το λαό.
-- Σκυλεύει την Ιστορία του εργατικού - λαϊκού κινήματος, κλέβει από δω κι από εκεί συνθήματα για να ντύσει τη βάρβαρη πολιτική του υπέρ του κεφαλαίου και ταυτόχρονα ρίχνει λάσπη στην πρώτη απόπειρα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, όπως και στις πολύτιμες για το σήμερα παρακαταθήκες του κομμουνιστικού κινήματος, με το βλέμμα στο μέλλον, αναπαράγοντας το ότι το σύστημα της εκμετάλλευσης είναι αιώνιο και το μόνο που απομένει είναι η πάλη για τον «εξανθρωπισμό» του.
Προσπαθεί με δυο λόγια να θολώσει το κύριο: Οτι το πόσο προοδευτική είναι μια πολιτική δεν κρίνεται απ' τις διακηρύξεις εκείνων που την υλοποιούν αλλά απ' το ερώτημα: Ποιας τάξης τα συμφέροντα υπηρετεί; Κι όσο γι' αυτό, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έχει δώσει παραπάνω από πολλά διαπιστευτήρια στο κεφάλαιο και αντίστοιχα αποδείξεις στο λαό ότι τα συμφέροντα του κεφαλαίου αποτελούν το «ευαγγέλιό» της.
Το νέο είναι η πρόταση του ΚΚΕ
Πραγματική πρόοδος για το λαό σημαίνει να ζει με βάση τις σύγχρονες ανάγκες του, τις δυνατότητες που δημιουργούν η επιστήμη, η τεχνολογία, η παραγωγικότητα της εργασίας.
Πρόοδος για το λαό είναι η ανατροπή όλου του μνημονιακού και αντιλαϊκού οπλοστασίου, για να ανακτήσουν οι εργαζόμενοι τις απώλειές τους, να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες ανάγκες τους.
Πραγματικά σύγχρονο είναι να έχουν όλοι οι εργαζόμενοι μόνιμη και σταθερή δουλειά, δωρεάν Παιδεία, Υγεία - Πρόνοια, πρόσβαση στον Αθλητισμό και τον Πολιτισμό, υποδομές αντισεισμικής, αντιπλημμυρικής, αντιπυρικής προστασίας, να απολαμβάνουν τον τεράστιο πλούτο που παράγουν. Να ζουν απαλλαγμένοι από τα δεσμά των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και των θανατηφόρων σχεδίων τους.
Αυτό το διαφορετικό για το λαό μπορεί να έρθει όχι με μια άλλη διαχείριση βγαλμένη από τα σπλάχνα του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος, που γεννάει εκμετάλλευση, φτώχεια, ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αλλά μόνο σε σύγκρουση μαζί του.
Μπορεί να έρθει μέσα από την καθημερινή πάλη για τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, την αποφασιστική ενίσχυση του ταξικού - εργατικού κινήματος, την οικοδόμηση μιας μεγάλης συμμαχίας των εργατικών - λαϊκών στρωμάτων, που θα πολλαπλασιάζει τα εμπόδια στην αντιλαϊκή πολιτική, τις εστίες αντίστασης και διεκδίκησης σε κάθε χώρο δουλειάς και γειτονιά, απέναντι στη στρατηγική του κεφαλαίου, στις κυβερνήσεις και τα κόμματα που το υπηρετούν.
Μέσα από την αποφασιστική συμπόρευση με το ΚΚΕ, που μπαίνει μπροστά στον αγώνα αυτό, αποκαλύπτει τον πραγματικό και μεγάλο ένοχο για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ο λαός και η νεολαία, έχει πρόγραμμα και σχέδιο που οδηγούν σε έναν ανώτερο τύπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, με το λαό στην εξουσία και ιδιοκτήτη του πλούτου που παράγει, με «ατμομηχανή» την εξασφάλιση της λαϊκής ευημερίας και όχι τα κέρδη μιας χούφτας εκμεταλλευτών.
Αυτός ο δρόμος οδηγεί σε ξέφωτο υπέρ της λαϊκής πλειοψηφίας, είναι το πραγματικά σύγχρονο και νέο.

TOP READ