16 Δεκ 2011

1821 Οι εμφύλιες συγκρούσεις


Αποσπάσματα από άρθρο του Θανάση Παπαρήγα το οποίο δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1/2001
Η επανάσταση του 1821 είχε εθνικοαπελευθερωτικό μα και κοινωνικό χαρακτήρα. Βεβαίως, η αστική ιστοριογραφία προβάλλει κυρίως τον εθνικοαπελευθερωτικό της χαρακτήρα, δηλαδή την εναντίωσή της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποσιωπώντας το κοινωνικό της περιεχόμενο γιατί κάτω από το «εθνικό» συγκαλύπτει τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα στην καπιταλιστική κοινωνία η οποία δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα της επανάστασης. Στην εξέλιξη της επανάστασης υπήρξαν και εμφύλιες συγκρούσεις. Συνήθως αυτές αποδίδονται από την αστική ιστοριογραφία στην «κατάρα της φυλής». Μόνο που αυτή η άποψη είναι αντιιστορική, αφού ερμηνεύει ένα κοινωνικό φαινόμενο, και μάλιστα στη διάρκεια της εξέλιξης της κορυφαίας πράξης για το πέρασμα από ένα κατώτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό σε ένα ανώτερο, βουλησιαρχικά, πέρα και έξω από τις ταξικές σχέσεις και τα συμφέροντα των δυνάμεων που έπαιρναν μέρος στην επανάσταση. Ακριβώς, λοιπόν, τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά την επανάσταση του 1821, τις αιτίες τους και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια. Το κείμενο που ακολουθεί είναι εκτενή αποσπάσματα από άρθρο του αξέχαστου συντρόφου μας Θανάση Παπαρήγα, ένα μικρό δείγμα της πνευματικής κληρονομιάς που μας άφησε, ως δημοσιογράφος, ιστορικός, ερευνητής και συγγραφέας. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1/2001 απ' όπου και αναδημοσιεύονται τα αποσπάσματα. Για διευκόλυνση των αναγνωστών και λόγω του μεγάλου όγκου του προσθέσαμε τους υπότιτλους στο κείμενο.
Οπως είναι γνωστό, ο επαναστατικός πόλεμος του 1821 συνοδεύτηκε σε πολλές φάσεις του από εκτεταμένους και συχνά αιματηρούς εμφυλίους πολέμους. Οι πόλεμοι αυτοί αντανακλούσαν τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ακόμη υπό διαμόρφωση νεοελληνικής κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη της φάση αλλά και σε μια συγκεκριμένη της ιστορική στιγμή: Τη στιγμή της πορείας προς τη δημιουργία του εθνικού κράτους. Οι πόλεμοι αυτοί περιείχαν και ήταν φυσικό να περιέχουν τη σφραγίδα των γενικών συνθηκών της εποχής. Οι συνθήκες αυτές συγκεκριμένα ήταν:

1. Η διάλυση του φεουδαρχικού κράτους και η γενική (όσο και ασυγκράτητη) τάση προς την επικράτηση της αστικής κοινωνίας. Βέβαια, εδώ απαιτείται και μια «διευκρίνιση μέσα στη διευκρίνιση»: Στην ελληνική περίπτωση έχουμε να κάνουμε με τη διάλυση του ανατολικού - με την έννοια του συγκεντρωτικού φεουδαρχικού - κράτους και η πορεία προς την επικράτηση της αστικής κοινωνίας γίνεται με ειδικό, τοπικό, «βαλκανικό» τρόπο. Ο τελευταίος έχει σαν πυρήνα του την προσπάθεια δημιουργίας χωριστού εθνικού κράτους σαν νέας μορφής αστικής κοινωνικής οργάνωσης της περιοχής.
2. Υπαρξη ισχυρών αναχρονιστικών υπολειμμάτων «ανατολικού» τύπου, σε μια ανήσυχη και αντιφατική συνύπαρξη και σύμπλευση με στοιχεία υπερσύγχρονα για την εποχή και όχι πάντα λιγότερο ισχυρά. Ενα παράδειγμα που έχει περάσει μάλλον απαρατήρητο: Σε μια απομακρυσμένη και ακριανή περιοχή, ως πριν μερικούς μήνες απλή επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζεται το πιο εμπεριστατωμένο πολιτικό καθεστώς της τότε Ευρώπης.
3. Απαρχές της υποδεέστερης, εξαρτημένης θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο σύστημα των σχέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών.
Οι ιδιαίτερες συνθήκες του ελλαδικού χώρου
Οι γενικές αυτές συνθήκες εμφανίζονταν συγκεκριμένα με όρους που βάρυναν πολύ στους εμφυλίους πολέμους. Τους όρους αυτούς μπορούμε να τους συνοψίσουμε (με μεγάλο, ασφαλώς, ποσοστό ανοχής) στα εξής σύνολα:

1. Χαμηλός βαθμός εθνικής ολοκλήρωσης. Το γεγονός ότι ο παράγων αυτός έπαιξε πολύ σοβαρό ρόλο στους εμφυλίους πολέμους φαίνεται πολύ καθαρά και μόνο από τις συγκρούσεις του τύπου «Ρουμελιώτες εναντίον Μοραϊτών». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για φυσιολογική κατάσταση, που δείχνει ότι η αστική κοινωνία βρίσκεται ακόμη στη φάση της πρώτης διαμόρφωσής της.
2. Αντιφατική κατάσταση και διάρθρωση των κυριάρχων δυνάμεων. Η Επανάσταση του '21 γίνεται σε γενικές ιστορικές συνθήκες όπου η μόνη βιώσιμη επαναστατική και προοδευτική δύναμη είναι η αστική τάξη. Σε αυτήν ανήκουν τόσο η ηγεσία της Επανάστασης όσο και ο χαρακτήρας της σφραγίδας που μπαίνει στα προβλήματά της. Ωστόσο, ο όρος «αστική τάξη» καλύπτει μια πραγματικότητα ιδιαίτερα πολύπλοκη και γεμάτη ασυνέχειες ή και αντιθέσεις. Σε αυτήν ανήκουν οι πανίσχυροι και, για την εποχή και την περιοχή, γιγαντιαίοι εφοπλιστικοί όμιλοι, οι αστοί -γαιοκτήμονες, που βαθμιαία δημιουργούνται και, ταυτόχρονα, διαλύονται στις συνθήκες της αποσύνθεσης της αναχρονιστικής οθωμανικής γαιοκτησίας, τα στοιχεία της πολιτικής και διοικητικής αριστοκρατίας που έχουν κατακτήσει θέσεις σε αυτό που έχει ονομαστεί «δοσιματική διοίκησις», ένας ολόκληρος και ιδιαίτερα πολυάριθμος κόσμος από βιοτέχνες επιχειρηματίες και μικρούς και μεσαίους εμπορευομένους, ο οποίος, στις παραμονές της 25ηςΜάρτη, «βαδίζει από καταστροφή σε καταστροφή», μέσα στην καταλυτική οικονομική κρίση που έχει δημιουργήσει η λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων. Οι δυνάμεις αυτές κάθε άλλο παρά ταυτίζονται πλήρως μεταξύ τους. Δε βρίσκονται όλες στον ίδιο βαθμό αστικοποίησης. Από την άποψη αυτή, οι πιο προωθημένοι είναι οι πάσης φύσεως πλοιοκτήτες και οι πάσης φύσεως έμποροι, αν και αυτοί επίσης χωρίζονται μεταξύ τους από σοβαρές αντιθέσεις. Αντίθετα, στους αστούς - γαιοκτήμονες και, ακόμη περισσότερο, στο στοιχείο της διοικητικής αριστοκρατίας, το βάρος των αναχρονιστικών στοιχείων είναι πολύ ισχυρότερο. Τα διάφορα αυτά τμήματα διαφέρουν από την άποψη της οικονομικής επιφάνειας (π.χ. οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, ήδη από πρώτα ιδιαίτερα πλούσιοι, έχουν πλουτίσει παραπέρα από την οικειοποίηση των περιουσιών των τοπικών πασάδων, που επίσης ήταν ιδιαίτερα πλούσιοι, ενώ οι πρόκριτοι της Ρούμελης στηρίζονται ιδιαίτερα σε πολιτικές λειτουργίες). Διαφέρουν ακόμη και από την έλλειψη μιας πληρέστερα διαμορφωμένης εθνικής αγοράς, που δείχνει τις δυσκολίες επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων περιοχών. Τα πιο προωθημένα στοιχεία έχουν δεσμούς πιο πολύ με το εξωτερικό παρά με την ίδια τη χώρα. Οι διαφορές αυτές δεν είναι ακαδημαϊκές αλλά έχουν σοβαρότατες συνέπειες και επιπτώσεις. Ανάμεσα στους εφοπλιστές, τους ιδιόμορφους γαιοκτήμονες και τους εκπροσώπους της διοικητικής αριστοκρατίας είναι φανερό ότι υπάρχει πολύ έντονη «ιστορική όσμωση»: Ολοι τους έχουν από καιρό στραφεί προς την αστική εξέλιξη μέσω της εμπορικής δραστηριότητας. Αυτό εξηγεί και την έντονη τάση προσέγγισης και συμπαράταξης που τους διακρίνει και που θα φανεί καθαρά στην Επανάσταση. Μεταξύ τους, όμως, υπάρχουν και διαφορές. Οι πλούσιοι εφοπλιστές βλέπουν τη γη σαν χώρο επένδυσης των κεφαλαίων τους και εξόδου από την οικονομική κρίση, αφού ο βιομηχανικός τομέας τους είναι κλειστός (ή, σωστότερα, κλεισμένος). Τα υπόλοιπα στοιχεία των κυριάρχων τάξεων, όμως, βλέπουν τη γη σαν δική τους και δεν έχουν διάθεση να την παραχωρήσουν σε άλλους. Αυτό κάνει το συνασπισμό των μεγαλοεφοπλιστών και των μεγαλοπροκρίτων ασταθή και γεμάτο αντιθέσεις, πράγμα που οδηγεί σε νέο κύκλο αντιπαραθέσεων. Πέρα από αυτά τα προβλήματα, υπάρχουν και τα προβλήματα της γενικότερης ιστορικής διαμόρφωσης των κυριάρχων τάξεων: Μέσα στα πλαίσια μιας ακόμη χαμηλής εθνικής ολοκλήρωσης, της επίδρασης των παραδόσεων της οθωμανικής διοίκησης, κλπ. οι ενέργειες και οι βλέψεις μερικών τμημάτων των κυριάρχων τάξεων όχι μόνο στρέφονται ευθέως ενάντια στα συμφέροντα των υπολοίπων αλλά, καμιά φορά, θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την Επανάσταση.
3. Ο ρόλος της «πολεμικής αριστοκρατίας». Ενα από τα χαρακτηριστικά της Επανάστασης ήταν η ύπαρξη σχετικά ισχυρών και ετοιμοπόλεμων παραδοσιακών ή ατάκτων (δε θεωρούμε ταυτόσημες τις δυο έννοιες) στρατιωτικών δυνάμεων που προέρχονταν από λειτουργίες του προηγουμένου καθεστώτος. Οι δυνάμεις αυτές προέρχονταν από τη σύγκλιση δυο παραγόντων: Ο ένας ήταν αυτό που σήμερα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «σύστημα αυτοάμυνας», που δημιουργείται βαθμιαία στους κόλπους της αγροτιάς κυρίως και έμεινε στην Ιστορία με το όνομα «κλέφτες». Ενας άλλος ήταν ο στρατιωτικός μηχανισμός που δημιούργησαν βαθμιαία στα χρόνια της Αυτοκρατορίας η Υψηλή Πύλη και οι τοπικοί πασάδες για τη διεκπεραίωση των διοικητικών καθηκόντων. Οσο δεν υπάρχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για το επαναστατικό άλμα, οι δυο αυτοί μηχανισμοί αλληλοαντιπαρατίθενται αλλά, ταυτόχρονα, αλληλοταυτίζονται (ή, σωστότερα, αλληλοδιαπερνώνται), καθώς τμήματά τους μόνιμα περνούν εναλλακτικά από τη μια κατάσταση στην άλλη. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, η πολεμική αυτή μηχανή καλείται να διαδραματίσει σοβαρό ρόλο. Επί κεφαλής σημαντικών δυνάμεων, καλοί γνώστες του πεδίου των επιχειρήσεων, κάτοχοι αξιολόγων (και, καμιά φορά, μεγάλων) στρατιωτικών ταλάντων, τα μέλη της «πολεμικής αριστοκρατίας» αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση των στρατιωτικών καθηκόντων της Επανάστασης και, κυρίως, του πιο σημαντικού: Της νικηφόρας έκβασης του πολέμου. Οι δυνάμεις που κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν (συντελούντων και των πολεμικών λαφύρων, στρατιωτικών αποθεμάτων και άλλων υλικών που περιήλθαν σε ελληνικά χέρια) δεν ήταν μικρές και, ως το 1825, η στρατιωτική κατάσταση φαίνεται ευνοϊκή.
Ωστόσο, όλα αυτά δε γίνονται χωρίς να μπαίνει επί τάπητος το θέμα της κοινωνικής θέσης αυτής της «πολεμικής αριστοκρατίας». Η σημερινή θέση της χαρακτηρίζεται από την απουσία οικονομικής βάσης και από την απώλεια όσων διοικητικών θέσεων κατείχε με την εξάλειψη της οθωμανικής διοίκησης. Η επαναστατική ανατροπή που προκαλεί η έκρηξη ήδη της Επανάστασης στη διάρθρωση και τη θέση της πολεμικής αυτής αριστοκρατίας δεν πρέπει να υποτιμάται. Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο «κλέφτης» βγαίνει εκτός των θεσμικών ορίων της κατεστημένης κοινωνίας, γίνεται περιθωριακός. Στις συνθήκες της Επανάστασης, ο «κλέφτης» δεν είναι καθόλου περιθωριακός. Γίνεται «στρατιωτικός», στοιχείο και αυτό της κοινωνίας που πρέπει (και που απαιτεί) να λαμβάνεται υπόψη όπως και όλα τα άλλα, ανατροπή καθόλου μικρή στα πλαίσια των σχέσεων της εποχής. Χωρίς να κινούνται, κατ' ανάγκην, από ένα ψυχρό και κυνικό υπολογισμό, δεν είναι παράξενο ότι οι εκπρόσωποι της πολεμικής αριστοκρατίας ζητούσαν να αμειφθούν και να αναδειχτούν για τους κάθε άλλο παρά μικρούς κινδύνους τους οποίους διέτρεχαν και για τις υπηρεσίες που προσέφεραν και που συχνά ήταν αναντικατάστατες. Στις γενικές ιστορικές συνθήκες της εποχής που εξετάζουμε, μόνος ιστορικά ανοιχτός δρόμος για την ανάδειξή τους ήταν η αστικοποίηση, δηλαδή, η ένταξή τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις γραμμές των ανερχομένων τμημάτων των κυρίαρχων τάξεων. Και αυτή ακριβώς η τάση εμφανίζεται αλλά όχι χωρίς να προκαλέσει, όπως ήταν και αναπόφευκτο, οξύ ανταγωνισμό με τους ήδη κατεστημένους στις προνομιακές θέσεις, τροφοδοτώντας τις εμφύλιες συρράξεις. Ετσι, η αντίθεση «πολιτικών - στρατιωτικών» θα είναι μια από τις κύριες αιτίες (και, πάντως, κύριες μορφές) των εμφυλίων πολέμων.
Η βαθύτερη ιστορική ταυτότητα της «πολεμικής αριστοκρατίας»
Στους πολέμους αυτούς, η «πολεμική αριστοκρατία» παίρνει μέρος με το δικό της «πολεμικοαριστοκρατικό» τρόπο. Ο τρόπος αυτός αποκαλύπτει και τη βαθύτερη ιστορική ταυτότητα του στρώματος αυτού. Συγκεκριμένα, αποκαλύπτει:
Την ανικανότητά του να διαχωριστεί από τους αντιπάλους του, παρά τη μόνιμη αντιπαράθεση με αυτούς. Εξ ου και το κύμα των συνοικεσίων ή των απόπειρών τους. Αυτό δε γίνεται χωρίς και πολιτικούς υπολογισμούς (ανάγκη διατήρησης του επαναστατικού μετώπου) αλλά η κύρια αιτία του βρίσκεται σε γενικούς ιστορικούς λόγους που είναι φυσικό οι πρωταγωνιστές της Παλιγγενεσίας να μην μπορούν να αντιληφθούν και να αναλύσουν.
Την ανικανότητά του να γίνει από μόνο του κυρίαρχη δύναμη και να διαχειριστεί τις υποθέσεις της νέας κοινωνίας που γεννιέται. Το στρώμα αυτό θα δείξει καθαρά την ανικανότητά του αυτή (που είναι επίσης παράγων υποδαύλισης των εμφυλίων πολέμων) σε κάθε ευκαιρία. «Πρώτη ύλη» των εκάστοτε κυβερνήσεων θα είναι πότε οι εμποροναυτικοί των νησιών πότε οι εκπρόσωποι της διοικητικής αριστοκρατίας, κυρίως της Πελοποννήσου, ποτέ οι στρατιωτικοί. Το βάρος και η επιρροή του στρώματος αυτού συντελούν στη μη δημιουργία τακτικών δυνάμεων - ένα τέτοιο βήμα θα δημιουργούσε μια εντελώς νέα κατάσταση στρατιωτικού καταμερισμού και θα ανέτρεπε άρδην την ίδια την υπόστασή του. Φορείς έντονα μισομεσαιωνικών αντιλήψεων, βλέπουν, ιδιαίτερα στα ανώτερα στρώματά τους, ευνοϊκά τις απόψεις του κρατικού κατακερματισμού προς όφελός τους. Σε πολλές περιπτώσεις, δε φαίνεται να έχουν ακριβή επίγνωση της ουσίας της ιστορικής επιχείρησης στην οποία συμμετέχουν.
Την πιο κοντινή του θέση στη μάζα των εργαζομένων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην αγροτιά. Τα μέλη του στρώματος αυτού προέρχονται, από άποψη καταγωγής, από τον αγροτικό πληθυσμό. Τραχείς και μισοάγριοι πολεμιστές, κατά κανόνα εντελώς αναλφάβητοι, δε διαφέρουν σε τίποτε από το μέσο τύπο του αγρότη της εποχής. Η ομοιότητα δεν περιορίζεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Πηγαίνει βαθύτερα, στην πολιτική και ιδεολογική διαμόρφωση. Στο στρώμα αυτό, βρίσκουν, μεταξύ άλλων, έκφραση οι προλήψεις και οι ιστορικές ανεπάρκειες αλλά και το ριζοσπαστικό επαναστατικό πνεύμα της αγροτικής μάζας. Δεν προσφέρεται, βέβαια, σε αμφισβήτηση το ότι ένας Μαυροκορδάτος γνώριζε τα διαχειριστικά, πολιτικά, στρατηγικά και διπλωματικά προβλήματα της Επανάστασης πολύ νωρίτερα και πολύ καλύτερα από έναν Κολοκοτρώνη. Δεν είναι, όμως, λιγότερο γεγονός ότι ο Κολοκοτρώνης κινητοποίησε τις μάζες για την απόκρουση του Δράμαλη και ότι αυτός εξέδωσε την περίφημη διακήρυξη του πολέμου με όλα τα μέσα για τη σωτηρία της Επανάστασης, πράγμα που ο Μαυροκορδάτος δε θα έκανε ποτέ.
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι, στην πραγματικότητα, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Για να παίξει το ρόλο της, η πολεμική αριστοκρατία έπρεπε ακριβώς να μπορεί να αντιπαρατεθεί στην ιστορικά στενή πλευρά της αστικής τάξης σαν επαναστατικής δύναμης χωρίς να μπορεί να αποχωριστεί από αυτή, να συνδέεται με την αγροτιά και να μην καταλαβαίνει σε βάθος τα προβλήματα της επανάστασης. Στην πράξη, όλα δείχνουν ότι το στρώμα αυτό έπαιξε, με όλες του τις ιδιομορφίες, το ρόλο του «πληβειακού αστικού στοιχείου», του στοιχείου εκείνου που σπρώχνει την αστικοδημοκρατική επανάσταση ως την τελική της νίκη χωρίς να κατανοεί σε βάθος την ουσία της, χωρίς να μπορεί να διαχειριστεί μακροπρόθεσμα τα προβλήματά της και χωρίς να μπορεί να καρπωθεί άμεσα τους καρπούς της.
Οπως και αν έχει το πράγμα, η Επανάσταση, στην πορεία της, προκάλεσε σημαντικές ανακατατάξεις στις γραμμές του στρώματος αυτού. Εντείνεται ακόμη περισσότερο και, ως ένα βαθμό, εξ αρχής δημιουργείται η διαφοροποίηση σε ανώτερο και κατώτερο στρώμα, πράγμα που στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην εισροή μεγάλων χρηματικών μέσων (π.χ., δάνεια), αλλά και υποδαυλίζει παραπέρα εμφυλίους πολέμους, καθώς οι πολιτικές κορυφές χρησιμοποιούν το δεύτερο ενάντια στο πρώτο. Επιφανής εκπρόσωπος της πολεμικής αριστοκρατίας και πρωταγωνιστική φυσιογνωμία της Επανάστασης ήταν ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ανθρωπος μεγάλων ικανοτήτων και όχι μόνο στρατιωτικών, ο κατά καιρούς τρομερός Γέρος του Μοριά, φαίνεται να ήταν από τα πιο προωθημένα μυαλά αυτής της κατηγορίας. Η εξέλιξη της Επανάστασης θα αναδείξει και άλλες ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, στρατιωτικό μυαλό όχι κατώτερο, αλλά περιορισμένων πολιτικών οριζόντων, ο Μάρκος Μπότσαρης, που επιμένει ακλόνητα στην ανάγκη δημιουργίας τακτικού στρατού, και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που γίνεται ο εκφραστής των ακραίων αντιλήψεων του μεσαιωνικού κρατικού κατακερματισμού.
Ο ρόλος των ξένων δυνάμεων
Η έκρηξη της Επανάστασης δημιουργεί σοβαρότατα διεθνή προβλήματα. Η ίδια η Επανάσταση θέτει επί τάπητος άνευ περιστροφών το θέμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακρογωνιαίο λίθο της βρετανικής πολιτικής, ενώ, από την άλλη, προκαλεί το ενδιαφέρον της Ρωσίας, που έχει τον ακριβώς αντίθετο ακρογωνιαίο λίθο. Εκτός από αυτό, η Επανάσταση δημιουργεί και άλλου είδους προβλήματα. Η Επανάσταση ξεσπά στην πιο ακατάλληλη στιγμή: Ακριβώς όταν, στην Ευρώπη, φαίνεται να έχει στερεωθεί η ιδιόμορφη αντεπαναστατική στροφή που έχει φέρει το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων. Με άλλα λόγια, η Επανάσταση, εκτός από την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απειλεί και το Ευρωπαϊκό STATUS QUO.
Είναι δυνατό να δεχτούμε ότι οι ξένες δυνάμεις έμειναν αδιάφορες; Αυτό, προφανώς, ήταν το μόνο που δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Αντίθετα, οι ξένες δυνάμεις αντέδρασαν αμέσως. Εκείνες με τις οποίες συνδέεται κυρίως το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο, η Αγγλία και η Γαλλία, πολύ εχθρικά. Η Ρωσία κρατά εφεκτική στάση αλλά με πολλούς κινδύνους.
Είναι, βέβαια, γεγονός ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν τις αιτίες τους σε παράγοντες που είχαν βαθιές ρίζες μέσα στην ελληνική κοινωνία. Πέρα όμως από αυτό, οι ίδιες οι βλέψεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την προοπτική συγκρότησης ελληνικού κράτους, έπαιξαν το ρόλο τους.
Για να καταλάβουμε τη βαθύτερη ουσία του πράγματος, πρέπει να δούμε ποια ήταν η πραγματική πολιτική των ξένων δυνάμεων απέναντι στην Επανάσταση.
  • Η Ρωσία τη βλέπει σαν ένα παράγοντα διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ευνοεί. Παράλληλα, είναι επιφυλακτική απέναντί της για δυο λόγους: Ο ένας είναι ότι δε θέλει να προκαλέσει τις άλλες δυνάμεις και, ιδιαίτερα, την Αγγλία. Ο άλλος είναι ότι, ακριβώς επειδή πρόκειται για επανάσταση, τη νιώθει σαν κίνδυνο για το καθεστώς του τσαρισμού που ωθείται όλο και περισσότερο να γίνει ο φύλακας της ευρωπαϊκής αντεπανάστασης.
  • Η Γαλλία αντιδρά εχθρικά αλλά η πολιτική της δείχνει έντονα στοιχεία ετεροκαθορισμού από την πολιτική των άλλων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας.
  • Η Αγγλία βλέπει την Επανάσταση αρχικά εχθρικά σαν υπονομευτή της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που, για την Αγγλία, αποτελεί προμαχώνα ενάντια στη Ρωσία. Ωστόσο, η εχθρότητα της Αγγλίας αποδεικνύεται πολύ σύντομα πολύ ασταθής και ασυνεπής και ήταν αναγκαστικά έτσι. Η Αγγλία, η οποία, ταυτόχρονα, παίζει ενεργό ρόλο στην ανεξαρτησία της Νότιας Αμερικής, αναγκαστικά κατανοεί τη σημασία της ελληνικής ανεξαρτησίας για τον ίδιο λόγο: Γιατί δημιουργεί νέες αγορές για τη βρετανική βιομηχανία. Από την άλλη, η βρετανική πολιτική ηγεσία γρήγορα καταλαβαίνει ότι η Ελληνική Ανεξαρτησία είναι, ούτως ή άλλως, αναπόφευκτη και θα γίνει οπωσδήποτε. Θα γίνει ακόμη και αν, με κάποιο τρόπο, νικήσει στρατιωτικά ο σουλτάνος - τι αξία έχει μια στρατιωτική νίκη σε μια χώρα έτσι και αλλιώς ακυβέρνητη; Ετσι, από το 1822 κιόλας, η στάση του Λονδίνου αρχίζει να αλλάζει και ιδιαίτερα όταν στην εξουσία έρχεται ο Κάνινγκ, γνωστός και από το ρόλο του στη Νότια Αμερική. Αλλάζει, όμως, με την εξής έννοια: Αφού η κατάληξη είναι αναπόφευκτη και μπορεί να είναι και ωφέλιμη, δεν υπάρχει λόγος η Αγγλία να αντιτίθεται. Πρέπει, όμως, να γίνει με τρόπο όσο το δυνατόν πιο επωφελή. Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει σαν ενέργεια παραχώρησης της Αγγλίας και όχι σαν κατάκτηση των Ελλήνων. Ετσι, το νέο κράτος θα είναι εξαρτημένο ακόμη περισσότερο από την ούτως ή άλλως κοσμοκράτειρα Αγγλία. Πράγμα που, πέραν των πολλών άλλων, θα σημαίνει και εξασφάλιση των Επτανήσων, που ανήκουν όχι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά στην Αγγλία και που η τελευταία δεν έχει καμία διάθεση να εγκαταλείψει.
Σύντομη παρουσίαση των γεγονότων
Οι εμφύλιοι πόλεμοι ξεσπούν με την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της Επανάστασης, ένδειξη των αντιθέσεων που ξεσπούν με την εκπλήρωση των πρώτων επαναστατικών καθηκόντων. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, όπως ονομάστηκε, σχετίζεται με την εμφάνιση σοβαρών αντιθέσεων ανάμεσα στους προκρίτους και τους στρατιωτικούς της Πελοποννήσου. Πρωταγωνιστές θα είναι οι Ζαΐμηδες, οι Λόντοι και οι Δεληγιανναίοι, από τη μια μεριά, και ο Κολοκοτρώνης, από την άλλη. Η βάση των αντιπαραθέσεων του πολέμου αυτού θα είναι η εξής: Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου βλέπουν με πολύ άσχημο μάτι την ανάδειξη των στρατιωτικών στελεχών, που επέρχεται μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων και των πρώτων στρατιωτικών επιτυχιών και θέλουν να αποκλείσουν τους στρατιωτικούς από κάθε λόγο στις εξελίξεις. Δεν πρόκειται, φυσικά, απλώς και μόνο για προσωπικές φιλοδοξίες, όσο ρόλο και αν αυτές μπορεί να έπαιξαν. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου βλέπουν ότι τα προνόμια, που από πολλές γενεές διαθέτουν και που θεωρούν δεδομένα και αιώνια, απειλούνται από ανερχόμενες δυνάμεις, των οποίων την ανάδειξη δεν είχαν υπολογίσει, αλλά και που, ακόμη και αν είχαν υπολογίσει, δεν μπορούν να ανεχθούν. Οι προθέσεις των Πελοποννησίων προκρίτων έχουν φανεί πολύ καθαρά στη συνάντηση, που έγινε χωρίς καμία εξουσιοδότηση, 29 προκρίτων στο μοναστήρι των Καλτετζών στις 26 Μάη 1821, όπου διορίστηκε επιτροπή για να διοικήσει «καθ' όποιον τρόπον η θεία πρόνοια τους φωτίσει και γνωρίσωσιν ωφέλιμον, έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα, χωρίς να ημπορή τινάς να αντιτείνει ή να παρακούση εις τα νεύματα και διαταγάς των». Ο διορισμός, ίσως για να προλάβει αντιδράσεις, θέτει όριο άσκησης της εξουσίας αυτής την κατάληψη της Τρίπολης, που ήδη πολιορκείται.
Η προσπάθεια αυτή συναντά ευρείες αντιδράσεις. Το καλοκαίρι γίνονται γεγονότα, που δείχνουν ότι η πραγματική παρουσία της παραδοσιακής αριστοκρατίας είχε εκ των πραγμάτων περιοριστεί και ότι είχε δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση. Ερχεται στην Ελλάδα ο Δ. Υψηλάντης, που διεκδικεί την ανωτάτη εξουσία στη βάση της δράσης του αδελφού του Αλεξάνδρου. Γύρω του συσπειρώνεται μια σημαντική μερίδα Φιλικών. Φυσικά, οι πρόκριτοι αρνούνται, ο Μαυροκορδάτος αρνείται επίσης και τα πράγματα φθάνουν ως την απειλή σύγκρουσης στο στρατόπεδο των Βερβαίνων.
Ο πρώτος εμφύλιος
Στην πρώτη αυτή αντιπαράθεση, συγκλίνουν πολλά στοιχεία. Τα κυριότερα είναι:
1. Η αντίθεση των ανωτέρων στρωμάτων της «αριστοκρατίας» (με την έννοια του συνόλου των «ανωτέρων» τάξεων) με εκείνα τα κατώτερα στρώματά της που χάνουν έδαφος και που, πριν γίνει η Επανάσταση, πρωτοστατούν στην ίδρυση και τη δραστηριότητα της Φιλικής Εταιρίας. Η ήττα των τελευταίων στην αντιπαράθεση αυτή δείχνει την όλο και μεγαλύτερη αποχώρησή τους από την ιστορική σκηνή.
2. Η αντίθεση προκρίτων - στρατιωτικών. Οι πρόκριτοι θέλουν να κυριαρχούν και να διαχειρίζονται την κατάσταση όπως ως τώρα, στηριγμένοι στη λειτουργία των στρατιωτικών, όπως ήταν ως τώρα. Δεν έχουν καταλάβει ότι η λειτουργία αυτή έχει αλλάξει και ότι οι στρατιωτικοί δεν είναι τόσο υπάκουοι όσο στο παρελθόν.
3. Η αντίθεση προκρίτων - αγροτιάς. Οι προθέσεις των προκρίτων να μη θιγούν σε απολύτως τίποτε τα προνόμιά τους θα πρέπει να ήταν πολύ προκλητικές, με αποτέλεσμα την αντίδραση της αγροτικής μάζας. Η αντίθεση αυτή συνδέεται με την προηγουμένη, καθώς οι αγρότες έχουν, σε μεγάλο βαθμό, «στρατιωτικοποιηθεί» λόγω του πολέμου.
Η παρέμβαση του Κολοκοτρώνη σώζει τους προκρίτους από απρόβλεπτες συνέπειες. Ο Κολοκοτρώνης σχολιάστηκε πολύ για την παρέμβασή του αυτή, που είχε και το στοιχείο της αυτοκαταστροφής, αφού αντιστρατευόταν τη στρατιωτική πλευρά στην οποία ανήκε και ο ίδιος. Η παρέμβαση αυτή έδειξε ότι ο Κολοκοτρώνης έβλεπε το μέλλον του μέσα σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν και οι πρόκριτοι. Η ουσία της ενέργειας ήταν ότι έδειξε την ανικανότητα του στρώματος, στο οποίο ανήκε, να διαχωριστεί από τους προκρίτους και αυτό δεν περιορίζεται μόνο στον Κολοκοτρώνη. Ωστόσο, στις παραινέσεις του Κολοκοτρώνη βλέπουμε και ένα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο, που, ίσως, δεν έχει προσεχτεί όσο πρέπει: Το φόβο διεθνών περιπλοκών.
Οπως και αν έχει το πράγμα, οι εξελίξεις τρέχουν. Η Επανάσταση σημειώνει σοβαρές στρατιωτικές επιτυχίες. Το Σεπτέμβρη του 1821, καταλαμβάνεται η Τρίπολη, ασφαλίζοντας την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Το Δεκέμβρη του 1821, καταλαμβάνεται το Ναύπλιο. Η Πάτρα πολιορκείται. Στα μέσα του Γενάρη του 1822, καταλαμβάνεται η Κόρινθος, πολύ μεγάλο οικονομικό κέντρο της εποχής. Η Επανάσταση εξαπλώνεται και, όπως δείχνουν τα επακόλουθα γεγονότα, εξασφαλίζεται και στη Στερεά.
Οι στρατιωτικές επιτυχίες οξύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ στρατιωτικών και προκρίτων της Πελοποννήσου, αλλά, παράλληλα, κάνουν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη οργάνωσης της Επανάστασης σε ευρύτερη κλίμακα.
Η ανάγκη αυτή εξυπηρετήθηκε με τρόπο που έδειχνε την πολύπλοκη κατάσταση στη διάταξη των δυνάμεων και στις μεταξύ τους σχέσεις. Το Νοέμβρη του 1821, ο Δ. Υψηλάντης καλεί Εθνοσυνέλευση. Παρόλο που δεν είχε καμιά επίσημη αρμοδιότητα γι' αυτό, η ανάγκη της εθνικής οργάνωσης είναι τόση, ώστε κανείς δεν τολμά να φέρει αντιρρήσεις. Αντίθετα, οι πρόκριτοι θεωρούν την Εθνοσυνέλευση σαν κατάλληλη ευκαιρία για να εξασθενήσουν παραπέρα τον Υψηλάντη. Ετσι συγκαλείται η Α` Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, η οποία, την 1η Γενάρη του 1822, ανακηρύσσει την Ελλάδα ανεξάρτητη.
Ενα βήμα κατ' εξοχήν επαναστατικό, αλλά που δεν ήταν το μόνο. Στην πραγματικότητα, η Επίδαυρος προχωρά σε ένα βήμα, του οποίου σήμερα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε την πραγματική σημασία, αλλά που, στην εποχή του, θα πρέπει να φαινόταν πραγματικά «κουφό». Ας σκεφθούμε λίγο: Σε μια μακρινή και κάθε άλλο παρά κεντρικού ρόλου γωνιά της Ευρώπης, μέχρι προ μηνών επαρχία του σουλτάνου και, επιπλέον, σε συνθήκες όπου, στην υπόλοιπη Ευρώπη, φαίνεται να κυριαρχεί η μοναρχοαπολυταρχική αντεπανάσταση, εγκαθιδρύεται η αστική δημοκρατία.
Από την άποψη των συγκεκριμένων πολιτικών παραμέτρων, η Α` Εθνοσυνέλευση δημιούργησε μια ακανθώδη - ίσως, μάλιστα, και εκρηκτική - πραγματικότητα:
1. Δημιουργεί για πρώτη φορά τη συμμαχία προκρίτων της Πελοποννήσου και προκρίτων των νησιών, δηλαδή μισογαιοκτημονικής - μισοδιοικητικής αριστοκρατίας και εφοπλιστικού κεφαλαίου. Στη συμμαχία αυτή εντάσσεται και μεγάλο μέρος των κατωτέρων οπλαρχηγών της Στερεάς, όπου η πολιτική αριστοκρατία είναι πολύ πιο αδύνατη και οι επιχειρήσεις, σε συνθήκες πολύ μεγαλύτερης στρατηγικής έκθεσης, έχουν ήδη αρχίσει να διαλύουν τα παλιά αρματολίκια.
2. Εξασθενεί τη θέση των στρατιωτικών, εκείνων, δηλαδή, που, με τις στρατιωτικές τους επιτυχίες, εξασφαλίζουν την επιβίωση της Επανάστασης.
Η αντιπαράθεση δε θα μπορεί να μένει σε εκκρεμότητα για πάντα. Το 1824, οι δυο παρατάξεις που έχουν διαμορφωθεί (έμποροι και πρόκριτοι, από τη μια μεριά, και μεγαλοκαπεταναίοι, ιδιαίτερα Πελοποννήσιοι, από την άλλη) θα προσπαθήσουν να λύσουν τις διαφορές τους με τα όπλα. Ο πόλεμος αυτός θα χαρακτηριστεί από περιορισμένες συγκρούσεις και ατέρμονες διαπραγματεύσεις και συνομιλίες, που όλες καταλήγουν στην ήττα των στρατιωτικών, των οποίων ο αρχηγός Κολοκοτρώνης αναγκάζεται να παραδώσει στους αντιπάλους του το Ναύπλιο που διοικεί ο γιος του Πάνος. Στο Ναύπλιο εγκαθίσταται η κυβέρνηση και, έτσι, δημιουργείται και η πρώτη ελληνική πρωτεύουσα.
Ο συνασπισμός ναυτικών - προκρίτων βγαίνει νικητής. Εκείνο που αξίζει να παρατηρηθεί εδώ και που απαιτεί, ασφαλώς, πολλή ανάλυση είναι η στάση του «συνασπισμού των Φιλικών των Βερβαίνων» ή, για την ακρίβεια, οι διαλυτικές τάσεις στις γραμμές του. Ο Δικαίος, από τα βασικά στηρίγματα του Υψηλάντη στα Βέρβαινα, τώρα βοηθά τους τέως αντιπάλους του, προσπαθώντας να οργανώσει ένοπλη αντίσταση ενάντια στον Κολοκοτρώνη. Ο Αναγνωσταράς πάει με τους νησιώτες. Ενας παλαιός Φιλικός, ο Μποταΐτης, οργανώνει εξέγερση στην Τρίπολη ενάντια στον Κολοκοτρώνη. Εκείνο που φαίνεται ότι συμβαίνει είναι ότι η διάλυση της βασικής δύναμης των στοιχείων αυτών έχει ολοκληρωθεί. Οι οικονομικές τους λειτουργίες αποδείχθηκαν ανίσχυρες και σε υποχώρηση. Ο γενικά αστικός τους χαρακτήρας δεν τους επιτρέπει (συντελούντων και των ειδικών χαρακτηριστικών του αγροτικού προβλήματος) να αποκτήσουν δεσμούς με την αγροτιά και να δημιουργήσουν με τη βοήθειά της αυτό που φαίνεται να είναι το κίνητρο των ενεργειών τους - ένα συγκεντρωτικό κράτος. Η αγροτιά μένει κυρίως συνδεδεμένη με τους καπεταναίους. Ισως δεν είναι τυχαίο το ότι η εξέγερση του Μποταΐτη στην Τρίπολη είναι κυρίως εξέγερση χειροτεχνών που καταστέλλεται με τη μετάκληση αγροτών από τις γειτονικές περιοχές.
Είτε από σκοπιμότητα είτε από πεποίθηση (είτε, το πιθανότερο, και από τα δυο), οι καπεταναίοι θα δείξουν αυτό το δεσμό, προειδοποιώντας τους αγρότες ότι οι γαίες της Πελοποννήσου κινδυνεύουν από τη νησιωτική επιβουλή, πράγμα που, άλλωστε, δεν ήταν παρά η αλήθεια.
Για το λόγο αυτό ακριβώς, «ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος έρριψεν επί της παύσεώς του τα σπέρματα του δευτέρου», όπως λέει ο Τρικούπης.
Ο δεύτερος εμφύλιος
Οι εφοπλιστές είχαν υποστηρίξει τους προκρίτους γιατί θεωρούσαν ότι η νίκη τους θα τους εξασφάλιζε μια σταθερή κυβέρνηση. Αυτή η κυβέρνηση, όπως το έβλεπαν αυτοί, θα τους εξασφάλιζε τις γαίες της Πελοποννήσου, δηλαδή δυνατότητες τοποθέτησης των κεφαλαίων τους στη γη, ή, ακόμη καλύτερα, τις προσόδους της Πελοποννήσου. Αυτά όλα, όμως, τα εποφθαλμιούσαν και οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου. Ετσι, μετά την ήττα των στρατιωτικών, φάνηκαν αμέσως οι αντιθέσεις μεταξύ των ως τώρα συμμάχων.
Ο Κολοκοτρώνης λέει στον Λόντο και τον Ζαΐμη ότι τους παραδίδει το Ναύπλιο, εκείνοι, όμως, πρέπει να εξασφαλίσουν ότι δε θα επιτραπεί σε «ξένους» να «καβαλικέψουν το άτι του Μοριά, διότι το σακατεύουν». Λέει, δηλαδή, στους Πελοποννήσιους προκρίτους ότι η νησιωτική απειλή δεν αφορά μόνο τα συμφέροντα των καπεταναίων ή των αγροτών, αλλά και τα δικά τους. Από την άλλη, έχουμε τον Γ. Κουντουριώτη που γράφει στον αδελφό του: «Οι Πελοποννήσιοι, αδελφέ, δεν επιθυμούσι να ενδυναμώσωσι την διοίκησιν διά να ημπορέσει να πωλήση τα εθνικά εισοδήματα, επειδή εσυνήθισαν να τα φάγωσιν οι ίδιοι και όχι να καταναλίσκωνται εις τας ανάγκας της πατρίδος». Ενδιαφέρον είναι ότι και οι δυο πλευρές έχουν συναίσθηση του βάρους της ξένης ανάμειξης. Ο μεν Κολοκοτρώνης λέει στον Λόντο ότι πρέπει να προσέχει, διότι «το δάνειο έρχεται και, αν δεν έρχεται, θα έρθει», ενώ ο Κουντουριώτης συνιστά στην κυβέρνηση «να προφθάση κατά τάχος αυτό το δάνειον και δυνάμει τούτου ανατρέπει και ματαιοί όλα τα σχέδια και στοχασμούς των αντιπατριωτών και των κατά το σχήμα πατριωτών».
Οι πρώην αντίπαλοι - Πελοποννήσιοι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί - γίνονται τώρα σύμμαχοι. Το έναυσμα για την τελική αναμέτρηση δίνεται τον Οκτώβρη του 1824 και καθόλου τυχαία αποτελεί άρνηση των κατοίκων της Αρκαδίας να πληρώσουν φόρους. Η κυβέρνηση στέλνει εκεί - επίσης καθόλου τυχαία - 500 Ρουμελιώτες, αλλά με επικεφαλής έναν χαρακτηριστικό Πελοποννήσιο, τον Δικαίο, που είχε γίνει, στο μεταξύ, υπουργός Εσωτερικών.
Γρήγορα, οι συγκρούσεις γενικεύονται και η κυβέρνηση, παρόλο που έδειξε να υπερτερεί από την αρχή, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή τα μεγάλα μέσα: Δίνει εντολή στα στρατεύματα της Στερεάς να εισβάλουν στην Πελοπόννησο, πράγμα που γίνεται. Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης χτυπιούνται αποφασιστικά, οι δυνάμεις τους γρήγορα διαλύονται και οι πιο πολλοί ηγετικοί τους παράγοντες αναγκάζονται να παραδοθούν. Μεταφέρονται στην Υδρα, όπου και φυλακίζονται στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία.
Η σύγκριση των δύο εμφυλίων πολέμων
Ο Τρικούπης κάνει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση των δυο εμφυλίων πολέμων: «Μικρός ήτον ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, μικρά και τα κινήσαντα αυτόν αίτια, μικρού λόγου και οι σκοποί του. Η Αρχή, το μήλον της έριδος, ήτον εφήμερος, διότι εφήμερα, ο εστί ενιαύσια, ήσαν και τα βουλευτικά και τα νομοτελεστικά. Το δε νομοτελεστικόν της περιόδου ταύτης, ως αναπληρωτικόν του άλλου, ουδέ τετράμηνον διάρκειαν είχεν. Ουδενός δε των διαμαχομένων η φίλαρχος επιθυμία επέκεινα του τέρματος ή των όρων της καθεστώσης εξουσίας παρεξετείνετο. Διηρήτο δε η εξουσία και εις πολλούς και υπό τον χαλινόν και την αυστηράν επίβλεψιν της βουλής πάντοτε έκειτο. Πελοποννήσιοι προς Πελοποννησίους εμάχοντο επί του πρώτου εμφυλίου πολέμου. Σχέσιν έχοντες ούτοι προς αλλήλους επολιτεύοντο και εν πολέμω μετρίως. Ολίγη, ως είδαμεν, η αιματοχυσία, ουδεμία διάθεσις καταστροφής ή διαρπαγής, ευκατεύναυστα τα πάθη, οι σήμερον πολέμιοι έγιναν της επαύριον φίλοι και η περί ης ο λόγος αλληλομαχία εφαίνετο μάλλον στάσις ή πόλεμος. Αλλά λίαν δεινός και λίαν φθοροποιός κατήντησεν ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος προκειμένης όχι εφημέρου εξουσίας, ως άλλοτε, αλλά καταστροφής και εξοντώσεως των ισχυρών της Πελοποννήσου. Εξώκειλε δε ένεκα τούτου και εις τόσην κακοήθειαν ώστε η εις την Πελοπόννησον εισβολή και πέραν του ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν και εις ακολασίαν ανεκάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθον επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών».
Ο Τρικούπης διαπιστώνει σοβαρές διαφορές ανάμεσα στους δυο εμφυλίους πολέμους. Κυρίως διαπιστώνει τη μεγάλη όξυνση των αντιθέσεων και την αύξηση του βάθους της σύγκρουσης, που εκφράζονται, μεταξύ άλλων, μέσω της κρίσης του τοπικισμού. Η όξυνση της σύγκρουσης μαρτυρείται και από πολλά άλλα στοιχεία. Είναι χαρακτηριστικό το ότι οι αντικυβερνητικοί ηγέτες δεν πιάστηκαν καν αιχμάλωτοι, αλλά προτίμησαν να πάνε οι ίδιοι να παραδοθούν οικειοθελώς στην κυβέρνηση στο Ναύπλιο γιατί είχαν φόβους για την τύχη τους αν συλλαμβάνονταν στις επαρχίες τους. Η ξένη ανάμειξη ίσως ήταν πιο σοβαρή από ό,τι νομίζεται. Ο δρόμος του ασύλου προς τα Επτάνησα ήταν κλειστός και ο Γεώργιος Σισίνης και ο γιος του Χρύσανθος, που είχαν καταφύγει εκεί, απελάθηκαν και αναγκάστηκαν και αυτοί να παραδοθούν στην Κυβέρνηση του Ναυπλίου. Αγγλική προσπάθεια ενίσχυσης της «αγγλικής» μερίδας για την εξάλειψη της «ρωσικής»; Το βέβαιο είναι ότι η οξύτητα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου δείχνει ότι τα προβλήματα της Επανάστασης βαθαίνουν, γίνονται πιο επείγοντα και πιεστικά, ζητούν πιο άμεση λύση.
Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος αφήνει νικητή στο πεδίο της μάχης το συνασπισμό που στηρίζεται στο εφοπλιστικό και εμπορικό κεφάλαιο και τους συμμάχους του. Αυτός θα κληθεί να χειρισθεί τα μεγάλα προβλήματα που βρίσκονται μπροστά του και που σύντομα θα γίνουν πολύ μεγαλύτερα, λυδία λίθος των ικανοτήτων των εκπροσώπων του και της ιστορικής στενότητας των καταβολών του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σ. Τρικούπη: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως».
Γεωργίου Φίνλεϊ: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως».
Ζεύγου Γιάννη: «Νεοελληνική Ιστορία». Μέρη Α΄ και Β΄.
Χάου Σάμουελ Γκρίντλεϊ: «Ιστορική σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης».Εκδόσεις «Εκάτη», Αθήνα 1997.
Κρεμμυδάς Βασίλης: «Εισαγωγή στην Ιστορία της Νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821)». Εκδόσεις «Εξάντας», Αθήνα 1988.
Μάουρερ Γκέοργκ Λούντβιχ: «Ο Ελληνικός Λαός - Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31η Ιουλίου 1834». Εκδόσεις «Αφών Τολίδη», Αθήνα 1976.
Πετρόπουλου Ι. Α. - Κουμαριανού Αικ.:«Η θεμελίωση του Ελληνικού κράτους, Οθωνική περίοδος 1833-1843».Εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1982.
Ροτζώκου Νίκου: «Επανάσταση Εμφύλιος στο Εικοσιένα». Εκδόσεις «Πλέθρον/Δοκιμές», Αθήνα 1997.
Σακελλαρόπουλου Θ.: «Οι κρίσεις στην Ελλάδα 1830-1857. Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές όψεις». Τόμοι Α΄ και Β΄. Εκδόσεις «Κριτική», Αθήνα 1994.
Αυγητίδη Κ.: Ε«Η Ρωσία και ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του ελληνικού λαού».Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2000.
Ερενμπουργκ Ηλία: «Γράκχος Μπαμπέφ: Ο υπερασπιστής του Λαού». Εκδόσεις «Ηριδανός».




Ρεπορτάζ και ανταποκρίσεις


Καθώς προχωράει η οργάνωση της αντιδιχτατορικής πάλης, η συχνότητα που εκπέμπει η «Φωνή της Αλήθειας» (τα «κύματα», όπως τα έλεγαν τότε) γίνεται το παράθυρο απ' όπου γίνονται γνωστές μικρές και μεγάλες πράξεις της αντίστασης. Αλλοτε με τη μορφή οργανωμένης συλλογής πληροφοριών κι άλλοτε άμεσα μέσα από τα ίδια τα γράμματα που φτάνουν με διάφορους τρόπους στη σύνταξη του σταθμού.
Παραθέτουμε ορισμένες τέτοιες ανταποκρίσεις:
Στις 17 Σεπτέμβρη 1967 διαβάζεται ένα γράμμα με υπογραφή «ένας παράνομος αγωνιστής» προς τη «Φωνή»:
«Αγαπητή Φωνή της Αλήθειας
Μια σειρά γεγονότα και περιστατικά από την πολιτεία της Χούντας και την αντίσταση του λαού δεν τα έμαθες. Σου τα γράφω και ελπίζω να λάβεις το γράμμα μου.
-- Στην Αθήνα ένα από τα πρώτα θύματα της «αναιμάκτου επαναστάσεως» ήταν ένας οδηγός ταξί (...) στους Αμπελόκηπους ένας αξιωματικός του φώναξε να σταματήσει. Αλλά ο ταξιτζής ανυποψίαστος είτε γιατί δεν άκουσε, είτε γιατί αδιαφόρησε δεν σταμάτησε. Ο παλληκαράς αξιωματικός έρριξε και τον σκότωσε. Η είδηση διαδόθηκε αμέσως. Αλλά η χούντα δεν ανακοίνωσε τίποτα.
-- Στις 22 Μάη βρέθηκε νεκρός ο ταγματάρχης Γούλας (...) αρμοδίως δόθηκε η εξήγηση στους οικείους του ότι πέθανε από συγκοπή καρδιάς. Αλλά τόσο η οικογένειά του όσο και οι συμπατριώτες του θεωρούν ότι τον δολοφόνησαν γιατί αντιτάχθηκε στους κινηματίες.
-- Στα τέλη Απρίλη βρέθηκε νεκρός ο ταγματάρχης Δράκος. Για το θάνατό του δόθηκε αρμοδίως η εξήγηση ότι τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο καθώς έδενε τα κορδόνια των παπουτσιών του στο δρόμο. Φυσικά, κανείς δεν τα πιστεύει αυτά.
-- Σχετικά με τη μαγνητοφωνημένη εκπομπή του Πατριωτικού Μετώπου.
Στα λεωφορεία γύρω από το Πανεπιστήμιο, όπου οι αφετηρίες πολλών γραμμών ο κόσμος είχε ενθουσιαστεί αφάνταστα. Και κοροϊδεύαν τους αστυνομικούς που δεν μπορούσαν να ξηλώσουν την εγκατάσταση από το φόβο της επιγραφής: Μην πλησιάζετε θα γίνει έκρηξη. Η εκτέλεση των δρομολογίων των αυτοκινήτων καθυστέρησε.
-- Σχετικά με τη διαδήλωση των νέων στο Σύνταγμα.
Από διάφορες μεριές κατευθύνθηκαν μπροστά στο κέντρο Παπασπύρου και άρχισαν τα συνθήματα (...) ο κόσμος και οι ξένοι τουρίστες αιφνιδιάστηκαν. Εκείνη την ώρα έκλειναν τα καταστήματα αλλά οι καταστηματάρχες στάθηκαν με τα ρολά μισοκατεβασμένα. Κανένας δεν ήθελε να απομακρυνθεί από το χώρο αυτό (...) Επίσης, κανένας δεν κινήθηκε εναντίον των διαδηλωτών, μέχρις ότου έφτασε η αστυνομία. Μόνο ένας λοχίας ή δεκανέας κινήθηκε εναντίον των νέων να τους χτυπήσει χρησιμοποιώντας τη ζωστήρα του. Αλλά οι διαδηλωτές έπεσαν πάνω του και τον ξυλοφόρτωσαν όπως του άξιζε.
-- Στο εργοστάσιο ΕΣΚΙΜΟ, μια νύχτα οι τοίχοι ορισμένων εσωτερικών χώρων γέμισαν συνθήματα και γελοιογραφίες εναντίον της χούντας. Κλήθηκε η αστυνομία, έκαναν τρεις συλλήψεις υπόπτων. Διέταξε να ασβεστωθούν οι τοίχοι. Σβήστηκαν τα συνθήματα αλλά την άλλη μέρα τα συνθήματα ήταν πάλι γραμμένα.
-- Ενας κάτοικος Πολυγώνου Αττικής ηλικίας 55 ετών περίπου απολύθηκε από τη γενική ασφάλεια στα μέσα Ιούλη αφού κρατήθηκε και βασανίστηκε στα υπόγειά της από τη μέρα του πραξικοπήματος. Οσοι τον είδαν δεν τον γνώρισαν. Σκελετός της κατοχής και σακατεμένος από το ξύλο, τη φάλαγγα κλπ. Ολα αυτά για να κάνει δήλωση υποταγής, αλλά δεν έκανε ο λεβεντόγερος».
Ανταπόκριση από τη Θεσσαλονίκη
Το Νοέμβρη του '67, το δελτίο της «Φωνής», με τις ειδήσεις για τη δίκη των 41 πατριωτών που κατηγορούνταν με χαλκευμένα στοιχεία για τη δολοφονία του Κόλλια και γίνονταν κεκλεισμένων των θυρών στο Παλαί ντε Σπορ, χαρακτηρίζει τη Θεσσαλονίκη «αμερικάνικο νότο της χούντας», με αφορμή το όργιο της τρομοκρατίας που είχε απλωθεί.
Παρ' όλα αυτά, σημείωνε, το Πατριωτικό Αντιδιχτατορικό Μέτωπο ρίζωσε στις συνειδήσεις των πατριωτών της Θεσσαλονίκης. Απλώνει όλο και πιο βαθιά τις ρίζες του στο λαό και κατακτά καθημερινά καινούργιους φανατικούς οπαδούς και αγωνιστές. Σε κάθε συνοικία σε κάθε περιοχή σε κάθε τομέα της πόλης υπάρχει η Επιτροπή του Μετώπου.
Αγωνιστές του Μετώπου κάθε βράδυ σκορπούν τρικ με αντιδιχτατορικά συνθήματα, σ' όλη την πόλη από την Καλαμαριά ως τον Εύοσμο, τη Νεάπολη, Ξηροκρίνη, Συκιές, Ανω Πόλη, Τούμπα.
«Κάτω η Χούντα - Δημοκρατία» φωνάζουν οι τοίχοι, ακόμα και της πλατείας Αριστοτέλους!!!
Το Μέτωπο έγινε ο εφιάλτης της χούντας. Το Μέτωπο δεν εξολοθρεύεται στις αίθουσες των θανατοποινιτών. Το Μέτωπο γιγαντώνεται μέσα στις καρδιές των Ελλήνων. Το Μέτωπο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ολοκληρωτική συντριβή των στραγγαλιστών της λαϊκής θέλησης (...) Το Μέτωπο έγινε η ζεστή ελπίδα του κάθε Ελληνα. Γι' αυτό ο λαός της Θεσσαλονίκης αντιστέκεται στη Χούντα και καθημερινά όλο και περισσότερο εμπιστεύεται τον αγώνα του στο Μέτωπο. Ο αμερικάνικος νότος της χούντας γίνεται κάστρο της λευτεριάς και της δημοκρατίας.
Η τρομοκρατία στους δρόμους και η αντίσταση
Στις 16 Δεκέμβρη '67 μεταδίδεται το παρακάτω γράμμα που προέρχεται επίσης από τη Θεσσαλονίκη:
«Αγαπητή Φωνή
Σου γνωστοποιούμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις που δείχνουν το κύμα τρομοκρατίας που έχει εξαπολύσει στην πόλη μας η χούντα (...) Πριν απ' αυτά όμως σου δίνουμε μια εικόνα του τριήμερου γιορτασμού στην πόλη μας: Γενική ατμόσφαιρα στρατοκρατίας και αστυνομοκρατίας. Μοναδικός θεατής ο μαθητόκοσμος και οι δημόσιοι υπάλληλοι υποχρεωτικά και παγερότητα από την πλευρά του κόσμου. Σφιγμένες γροθιές μέσα στις τσέπες. Ματιές γεμάτες οργή και αγανάκτηση. Χειροκροτήματα μηδέν. Η πόλη ζωσμένη γύρω γύρω από στρατό. Φαντάροι και χωροφύλακες έχουν καταλάβει και τους πιο στενούς δρόμους. Ενισχύσεις κουβάλησαν ακόμα και από τη Δράμα και Κοζάνη. Τα αυτοκίνητα των επισήμων θεόκλειστα και πίσω από το καθένα ένα τζιπ ανοιχτό με όρθιους "Γορίλες". Κάτι παρόμοιο ποτέ δεν είδε η Θεσσαλονίκη. Η τρομοκρατία ξέσπασε πριν από τις γιορτές οπότε συνέλαβαν προληπτικά 100 περίπου άτομα (...) στα σπίτια πολλών αριστερών οικογενειών τοποθέτησαν φρουρούς και απαγόρεψαν κάθε έξοδό τους τη μέρα της εθνικής γιορτής. Παρ' όλα όμως τα σκληρά μέτρα την παραμονή του Αγ. Δημητρίου κυκλοφόρησαν στις συνοικίες της Θεσσαλονίκης προκηρύξεις με αντιδιχτατορικά και αντιαμερικάνικα συνθήματα. Εντρομη η χούντα από την οργή του λαού (...) σκληραίνει τη στάση της (...) ύστερα από τη δολοφονία του Χαλκίδη, του νεαρού Λαμπράκη γραμματέα της Επταλόφου και σ' όλο το διάστημα μέχρι σήμερα έχουν συλλάβει πάνω από 100 νεολαίους, εργάτες, φοιτητές, επιστήμονες και πολλές γυναίκες που τους παραπέμπουν σε δίκη για δολοφονική απόπειρα κατά του Κόλλια (...) τα κρατητήρια όλων των αστυνομικών τμημάτων είναι γεμάτα (...)
Μερικά άλλα νέα της Θεσσαλονίκης:
Στο σύνταγμα που εδρεύει στο (...) γράφτηκαν συνθήματα αντιδιχτατορικά. Αν και πήραν δείγμα γραφής απ' όλους τους "ύποπτους" φαντάρους δεν κατόρθωσαν να βρουν εκείνον που τάγραψε.
Νέος 17 ετών περίπου έγραφε συνθήματα αντιδιχτατορικά στους τοίχους των πανεπιστημιακών κτιρίων στις 7 π.μ. (!!!) πολλοί τον είδαν μα κανένας δεν τηλεφώνησε στην ασφάλεια κι έτσι ο θαρραλέος νέος δεν πιάστηκε».
Νέα από την «Αδούλωτη Αθήνα»
Στις 16 Ιούλη 1968 η «Φωνή της Αλήθειας» αποδελτιώνει την εφημερίδα «Αδούλωτη Αθήνα», που κυκλοφορούσε παράνομα, και μεταδίδει στο πανελλήνιο αλλά και στο εξωτερικό ότι: η πινακίδα με το σύνθημα «ζήτω η 21η Απριλίου» που είχε βάλει η χούνταστον Λυκαβηττό γκρεμίστηκε...
Νέοι και νέες, φοιτητές και εργάτες έκαναν εξορμήσεις σ' όλο το χώρο της Αθήνας και των συνοικιών και έσχισαν τις αφίσες της χούντας και όσες δεν μπόρεσαν να τις σχίσουν ζωγράφιζαν επάνω τον αγκυλωτό σταυρό.
Σε πολλούς τοίχους και δρόμους γράφτηκαν αντιδικτατορικά συνθήματα. Μοιράστηκαν χιλιάδες προκηρύξεις στον Βύρωνα, στο Μετς, στα Πατήσια, στη Νέα Ιωνία, στην Ηλιούπολη, στην Καλλιθέα, στο κέντρο της Αθήνας και αλλού.
Μαγνητόφωνο μετέδωσε αντιδικτατορικά συνθήματα σε αίθουσα του Πολυτεχνείου κατά τη διδασκαλία του κυρίου Πιπέρη.
Πλήθυναν τα αντιστασιακά έντυπα και κυκλοφόρησαν κλαδικά εργατικά δελτία. Επίσης, εργατικοί κλάδοι όπως οι οικοδόμοι, οι τσαγκαράδες και άλλοι κυκλοφόρησαν την πρωτομαγιά προκηρύξεις.
Στην αναπτυσσόμενη πάλη του λαού και της νεολαίας μας η χούντα απαντά με ένταση της τρομοκρατίας. Δεκάδες φοιτητές του πολυτεχνείου, άλλων σχολών έχουν συλληφθεί.
Συνεχίζονται οι κλήσεις πολιτών στα τμήματα για δηλώσεις υποταγής καθώς και τα βασανιστήρια. Πολλές συλλήψεις έγιναν στη Ριζούπολη. Μπλόκα έγιναν στα Πατήσια και σε άλλες συνοικίες. Επίσης, στη λεωφόρο Κηφισίας και κοντά στο Γηροκομείο αστυνομικοί έστησαν πόστο - μπλόκο στις 10 τη νύχτα όπου σταμάτησαν οχήματα και έκαναν έλεγχο ταυτοτήτων.
Προκηρύξεις σ' όλες τις γειτονιές
Στις 5 Σεπτέμβρη του 1968 μεταδίδεται:
Οι δρόμοι της Αθήνας και άλλων πόλεων πλημμυρίζουν τις νύχτες από προκηρύξεις που οι πατριώτες τις διαβάζουν με ενθουσιασμό, παντού στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα καταστήματα, στα γραφεία, ακόμα και στα δημόσια γραφεία κυκλοφορούν τα παράνομα έντυπα και στα κρυφά ή φανερά γίνονται συζητήσεις για το περιεχόμενό τους και για το φούντωμα της αντίστασης στη χούντα.
Κυκλοφορούν ήδη πολλά έντυπα πατριωτικού περιεχομένου. Τελευταία κυκλοφόρησε στην Αθήνα το πρώτο φύλλο της εφημερίδας ΛΕΥΤΕΡΙΑ οργάνου του ΠΑΜ περιοχής πρωτευούσης. Τα φύλλα της ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ έγιναν ανάρπαστα και χαιρετήθηκε η έκδοσή της από τους πατριώτες. Παράλληλα, το ΠΑΜ της Αθήνας κυκλοφόρησε χιλιάδες προκηρύξεις στη Νέα Φιλαδέλφεια, τα Πατήσια, το Μεταξουργείο, το Περιστέρι, το Παγκράτι, ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας. Με τις προκηρύξεις αυτές καλείται ο λαός να δυναμώσει τον αγώνα του για την ανατροπή της χούντας, την κατάργηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και την απελευθέρωση των κρατουμένων πατριωτών. Εξάλλου στο Παγκράτι σκορπίστηκαν και τοιχοκολλήθηκαν στους στύλους της ΔΕΗ προκηρύξεις του ΚΚΕ που καλούσαν τους εργαζόμενους σε μαζικούς αγώνες κατά της χούντας. Συνεργεία νέων του ΠΑΜ έγραψαν στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας τα συνθήματα «114», «κάτω το ψευτοσύνταγμα» «όχι στο δημοψήφισμα» «κάτω η χούντα».
Η αντιστασιακή πάλη του ελληνικού λαού στρέφεται και κατά των Αμερικανών ιμπεριαλιστών. Ετσι, σε δημόσιο χώρο κοντά στην οδό Τσώρτσιλ του Φαλήρου απέναντι από το σημείο όπου ήταν αγκυροβολημένα πλοία του 6ου αμερικάνικου στόλου, μέλη του ΠΑΜ από τον Πειραιά τοποθέτησαν μαγνητόφωνα που για πολλή ώρα μετέδιδαν στην ελληνική και αγγλική γλώσσα τα συνθήματα: «έξω οι γιάγκηδες ιμπεριαλιστές από την Ελλάδα» «όχι πυραυλικές βάσεις του ΝΑΤΟ».

Αλλο Μακρυγιάννης κι άλλο Λάτσης!



Λέω να αρχίσω και εγώ με τον Καβάφη. Μια επίδειξη γνώσης, ποτέ δε βλάφτει! Για να επικαλείσαι τον Αλεξανδρινό ποιητή, σου λέει ο απλός λαός, ο βλάκας, σίγουρα θα είσαι σοβαρός άνθρωπος και κάτι σοβαρό έχεις να εξαγγείλεις! Καβάφης, λοιπόν! Αλλωστε αφού, πια, ο μεγάλος ποιητής έχει πεθάνει, ελεύθερα, και χωρίς αιδώ, ο καθένας μπορεί να κάνει χρήση του ονόματός του. Και να το χρησιμοποιεί κατά βούληση! Φόβο κανέναν δεν έχουμε, οι νεκροί δε θυμώνουν! Στέκονται παράμερα και κοιτάζουν. Πότε πότε κουνάνε μελαγχολικά το κεφάλι τους, αλλά ποιος από εμάς νοιάζεται για τη μελαγχολία (που κρύβει τόση περισυλλογή) των ποιητών... Επάνω τους, λοιπόν! Αρκεί να στεριώσουμε τις ύποπτες πολιτικές μας.
«Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, /εν μέρει και την ώρα να περάσω, /τη νύχτα χθες πήρα μια συλλογή/ επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω. /Οι άφθονοι έπαινοι κ' οι κολακείες/ εις όλους μοιάζουν. Ολοι είναι λαμπροί, /ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί, /κάθ' επιχείρησίς των σοφοτάτη./ Αν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές, /όλες Βερονίκες κι οι Κλεοπάτρες θαυμαστές»!
Εκθαμβος θα διαβάζει ο αναγνώστης του μέλλοντος την ομιλία (και τις κολακείες) του πρωθυπουργού, στην εκδήλωση της πολιτείας «Ελληνες ΕθνικοίΕυεργέτες - μνήμη και τιμή»: «Οταν θέλουν οι Ελληνες να καυχηθούν, γράφει ο Καβάφης, είπε ο πρωθυπουργός, "τέτοιους βγάζει το Εθνος μας, θα λένε". Και είναι, πράγματι, άξιος ο έπαινος αυτός για ανθρώπους που δίδαξαν με το δικό τους τρόπο την προσφορά στην πατρίδα, τον άνθρωπο, τον πολιτισμό. Ανθρώπους με υψηλό αίσθημα φιλοπατρίας, φιλανθρωπίας, κοινωνικής αλληλεγγύης. Τιμούμε σήμερα εκείνους που ενίσχυσαν (και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς) την πατρίδα μας με τις δωρεές και τα κληροδοτήματά τους. Είναι, μάλιστα, ο χώρος αυτός (το Ζάππειο Μέγαρο) ένας από τους πλέον κατάλληλους για μια τέτοια εκδήλωση, αφού κι αυτός αποτελεί προϊόν του εθνικού ευεργετισμού. Προσθέτω ότι είναι το πρώτο κτίριο, σ' ολόκληρο τον κόσμο, που ανεγέρθηκε για την εξυπηρέτηση Ολυμπιακών Αναγκών. Κι αυτό δείχνει ότι ένας από τους βασικούς προσανατολισμούς των εθνικώνευεργετών ήταν ο πολιτισμός».
Πόσο μακριά πάει αυτή η καραμέλα! Η πρώτη «ζύμη» έγινε στην αρχαία Ελλάδα! Οπου μια ολιγαρχία είχε θεσπίσει, για τις «εσωτερικές» συνδιαλλαγές, «κανόνες συμπεριφοράς». Εκείνοι, βέβαια, πιο σοβαροί από τους σύγχρονους, είχαν την «αγαθοεργία» υποχρεωτική και όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες των πλουσίων. Η δεύτερη «ζύμη», πολύ πιο «λάσκα» αυτή, έδεσε στο Βυζάντιο και μετά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν άνθρωποι που θησαύριζαν συνεργαζόμενοι άλλοτε με τον κλήρο και άλλοτε με τον εισβολέα, έπρεπε, αν και εφόσον το επιθυμούσαν, να χτίζουν «από μια εκκλησιά και ένα εικονοστάσι», για να τους συγχωρήσει ο θεός (λαός).
Η ίδια τακτική ίσχυσε και κατά τη διάρκεια της εθνεγερσίας του '21 και στην εδραίωση του ελληνικού κράτους. Εδώ τα πράγματα έγιναν πιο καθαρά. Μια καινούρια αγορά άνοιγε. Οποιος πρώτος πατούσε πόδι, θα τύχαινε των αναμενόμενων προνομίων. Ανάμεσα στουςευεργέτες, άκουσον άκουσον, η Εκκλησία, που βαρυνόταν με τόσες «συνδιαλλαγές», πλούσιοι Ελληνες της διασποράς, που είδαν καινούρια κέρδη και έτρεξαν να πατήσουν πόδι στο νέο κράτος, νεο-επιχειρηματίες, που ήθελαν σπουδασμένους υπαλλήλους και έφτιαξαν (τα) σχετικά σχολεία!..
Και φτάνουμε στις μέρες μας! Ο «ευεργέτης» καπιταλισμός βρίσκεται στο χυδαιότερο στάδιό του. Η πολιτεία, υποκινούμενο της οικονομικής ολιγαρχίας, ονομάζει, άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε με τυμπανοκρουσίες και τελετές, όπως αυτή στο Στάδιο, ευεργέτες, ανθρώπους που βαρύνονται με την καταλήστευση του εθνικού πλούτου, με τη στυγνότερη εκμετάλλευση των εργαζομένων, με χαριστικά δάνεια, με απίστευτα χρέη στο ΙΚΑ και σε άλλους ασφαλιστικούς και κρατικούς οργανισμούς. Ανθρώπους οι οποίοι, για να θησαυρίζουν (και με την άδεια της πολιτείας), κατέστρεψαν και καταστρέφουν το περιβάλλον, αχρήστευσαν και αχρηστεύουν τα δάση, τις θάλασσες, τα ποτάμια. Ρουφάνε τον ιδρώτα και τον πλούτο της χώρας! Ευεργέτες, πολυεθνικές και Ομιλοι χωρίς κανέναν έλεγχο!
Δεν είναι τυχαίο ότι τη διοργάνωση της γιορτής για τους ευεργέτες, η οποία, σύμφωνα με την εξαγγελία, θα γίνεται κάθε χρόνο (8 Σεπτέμβρη -σαν τιμωρία), την είχε το υπουργείο Οικονομικών. Οικονομικό είναι το θέμα! «Η πολιτεία», τους είπε, «θα σας διευκολύνει να πλουτίζετε, και εσείς, για τα μάτια του κόσμου, θα χτίζετε και από ένα στραβό αγκωνάρι. Ενα σχολείο χωρίς δασκάλους, ένα νοσοκομείο χωρίς γιατρούς»!
Αλλά, κύριε Καραμανλή, δεν παραποιήσατε μόνον την αλήθεια και την ιστορία, δε μας είπατε μόνον ψέματα για τους ευεργέτες, παραποιήσατε και τον ποιητή. Το ποίημα, που επικαλεστήκατε, μιλάει για (τους), «αντρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ' ευκλεώς,/ τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες». Μιλάει για τον Μακρυγιάννη και όχι για τον Λάτση και τον Βαρδινογιάννη!

Τιμούν τους δυνάστες του λαού



Γρηγοριάδης Κώστας
Τους «εθνικούςευεργέτες» μνημονεύουν και τιμούν η Νομαρχία Αθηνών, οι «τοπικοί άρχοντες» και σύσσωμη η πολιτική, στρατιωτική ηγεσία του τόπου. Την επιμνημόσυνη δέηση θα κάνει ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Ολοι οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης, η οποία κατά καιρούς ρίχνει μερικά ψίχουλα στα λαϊκά στρώματα για να αποτρέψει τις αντιδράσεις, θα πάρουν μέρος την ερχόμενη Τρίτη (σ.σ. την ανακήρυξαν «Ημέρα μνήμης των Εθνικώνμας Ευεργετών»...) σε σχετική εκδήλωση.
Τη «φιλανθρωπία» αυτών των «ευεργετών» την έχουν νιώσει στο πετσί τους χιλιάδες εργαζόμενοι στη χώρα μας, που «έλιωσαν» στις βιομηχανίες τους, που πνίγηκαν στα σαπιοκάραβά τους, που «θάφτηκαν» κάτω από τα απόβλητα των εργοστασίων τους, που ήρθαν σε σύγκρουση μαζί τους για ένα κομμάτι ψωμί. Πρόκειται για «ευεργέτες», που έτρωγαν με χρυσά κουτάλια στη γερμανική κατοχή και στη χούντα. Για «ευεργέτες», που τσάκισαν το λαϊκό κίνημα λυσσαλέα και με κάθε μέσο. Για ευεργέτες, που έχτιζαν φυλακές και σωφρονιστήρια. Για «ευεργέτες», που έκαναν «φιλανθρωπίες» με τον πλούτο των εργαζομένων. Αυτούς τιμούν ακόμη και σήμερα...

ΣΕΡ ΜΠΕΙΖΛ ΖΑΧΑΡΟΦ Ο αδίστακτος έμπορος όπλων, "εθνικός ευεργέτης"


Ο αδίστακτος έμπορος όπλων, "εθνικός ευεργέτης"
Ο Βασιλάκης Ζαχαρίου, γνωστότερος ως sir Basil Zakharoff γεννήθηκε το 1849 στα Μούγλα της Μικρασίας και πέθανε στο Λονδίνο το 1936. Φοίτησε στο Αμερικανικό Κολέγιο της Κωνσταντινούπολης, το γνωστό "Ροβέρτειο" (θα πούμε σε επόμενο σημείωμα το ρόλο των κολεγίων αυτών - Βηρυτός, Αθήνα, Πόλη), εργάστηκε ως υπάλληλος και μετά συνέταιρος στον υφασματέμπορο θείο του.
Η απογείωσή του άρχισε όταν έγινε εκπρόσωπος της εταιρίας όπλων "Nordenfeld", μετά και της "Maxim" και το 1890 μέτοχος της "Maxim" και αργότερα της κοινοπραξίας "Maxim" - "Vickers". Θησαύρισε στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 μονοπωλώντας τα μυδραλιοβόλα "Maxim", και στις εντάσεις ή και συγκρούσεις του τέλους του 19ου αιώνα, όπως την ελληνοτουρκική κρίση, τον σινο - ιαπωνικό πόλεμο, τον ισπανο - αμερικανικό πόλεμο, τους αποικιακούς πολέμους στην Αφρική κ.ά.
Ηδη οι βιογράφοι του σημείωναν ότι "... οι ενέργειές του σχεδόν πάντοτε ισορροπούσαν επικίνδυνα μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας..." και είναι γνωστό ότι ήδη από την αρχή της σταδιοδρομίας του ασκήθηκαν δικαστικές διώξεις, που πάντα όμως κατέληγαν στην απαλλαγή του.
Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ανεπίσημα πολιτικός σύμβουλος του Λόιδ Τζορτζ, και ήταν "πολύ κοντά" στον Βενιζέλο, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στην έξοδο της Ελλάδας στον Πόλεμο το 1916.
Υπολογίζουν τις εθνικές του ευεργεσίες "... σε 2.500.000 δολάρια σε χρήμα και πολεμικό υλικό προς την Ελλάδα στους Βαλκανικούς Πολέμους, 1.250.000 στον ελληνοβουλγαρικό και ανέλαβε μεγάλο μέρος του κόστους της Μικρασιατικής Εκστρατείας..." (λέγεται για άλλα 2.500.000 δολάρια, συνολικά 6.250.000, αλλά κατά τη "Britanica" το σύνολο ήταν μόνο 3.750.000) καθώς και την ίδρυση του Ινστιτούτου "Παστέρ", Πανεπιστημιακών Κλινικών κ.ά.Οι βιογράφοι του όμως δε μας λένε τι συνολικά πληρώσαμε για τους πολέμους αυτούς, μήπως τελικά τα ποσά αυτά ήταν απλώς οι συνήθεις "εμπορικές προμήθειες";
Ας το δούμε αυτό. Ο Ανδρεάδης υπολογίζει το πολεμικό κόστος 1914 - 1924 σε 12,5 περίπου δισεκατομμύρια δραχμές (τιμές 1926) επιπλέον δε, 2 δισ. για αναπλήρωση κατεστραμμένου πολεμικού υλικού μετά το '24 και χωρίς να υπολογίζονται οι υλικές ζημιές των ιδιωτικών και των δημοσίων έργων, οι πολεμικές συντάξεις, η απώλεια περιουσιών και κυρίως η απώλεια ζωών. Μόνο το ποσό των παραπάνω 14,5 δισ., αντιστοιχούσε τότε σε 210 εκατομμύρια δολάρια. Αν δεχτούμε ότι οι αγορές πολεμικού υλικού σε καιρό πολέμου θα ήταν πάνω από το μισό του πολεμικού κόστους (το άλλο είναι καύσιμα, μισθοί κ.ά.) τότε ο σερ Μπέιζλ για κάθε δραχμή που μας χάριζε, πουλούσε 35 - 40 φορές περισσότερο σε όπλα, και αν δεχτούμε απλώς τη φράση του ιστορικού Γιάννη Δελλαγραμμάτικα, ότι "τόσο πριν, όσο και μετά το 1920 η ελληνική πλευρά δεν είχε λόγο ούτε για τις τιμές, ούτε για την επιλογή του πολεμικού υλικού" δεδομένου ότι ερχόταν μέσω της Αντάντ, δηλαδή του Ζαχάροφ, είναι προφανές ότι ένα καθαρό κέρδος 40 - 50% είναι πολύ λιγότερο από το άγνωστο πραγματικό, μ' άλλα λόγια, σε κάθε δραχμή που μας χάριζε ο Ζαχάροφ κέρδιζε ο ίδιος τουλάχιστον άλλες είκοσι με τριάντα (ο Ευεργέτης μας!!!). Πόσο άραγε δίνουν τώρα "προμήθεια" οι σημερινοί έμποροι όπλων, η "Ντασό", η "Λόκχιντ", και σε ποιους; (!)
Και σημειώνουμε ότι μετά το 1920 το πολεμικό υλικό το πληρώναμε τοις μετρητοίς, όχι πως δε μας έκλεβαν από το 1916 έως το 1920 με τη μέθοδο των "λογιστικών πιστώσεων" των τριών συμμάχων, Αγγλίας, Γαλλίας και ΗΠΑ, αλλά αυτό ήταν μια άλλη ιστορία "υποθήκης και για μελλοντική εξάρτηση". Για την ιστορία, οι "λογιστικές πιστώσεις" αφορούσαν έναν περίπλοκο υπολογισμό που μέσα από τεράστιες πολιτικές και στρατιωτικές δεσμεύσεις, μας έδιναν πολεμικό υλικό που θα υπολογίζαμε την αξία του και θα το ξεχρεώναμε μετά το τέλος του Πολέμου και είναι γνωστό πώς υπολογίζεται αυτό ανάμεσα σε κυρίαρχους και υποτελείς. Αναφέραμε τις "λογιστικές πιστώσεις" γιατί θα πρέπει να προστεθούν στα 14,5 δισ. που αναφέρθηκαν και άλλα από αυτές, και τότε το κέρδος του Ζαχάροφ ανεβαίνει από ένα προς τριάντα σε ένα προς πενήντα και βάλε.
Για όλη αυτή τη συμβολή του Ζαχάροφ στις πολεμικές επιχειρήσεις των ιμπεριαλιστικών κρατών, τόσο στον πολεμικό, όσο και στον πολιτικό τομέα, τιμήθηκε από τους Γάλλους με τους τίτλους του chevalier και αργότερα του commandeur της Λεγεώνας της Τιμής (εννοούσαν την τιμή σε χρυσά φράγκα;) και από τους Αγγλους με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Λουτρού (ίσως για να ξεπλύνει το αίμα από το χρήμα του...) και τον τίτλο του "σερ".
Η αστική τάξη, αμείβει γενναία τα στελέχη της και καλά κάνει. Εμείς όμως γιατί επιμένουμε να τους αποδεχόμαστε ως "εθνικούςευεργέτες"
Γεώργιος Μ. ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗΣ

Εθνικοί ευεργέτες και πολιτική εξουσία


Εθνικοί ευεργέτες και πολιτική εξουσία
Σήμερα ας δούμε τη σύμφυση των "εθνικώνευεργετών" μας με την πολιτική εξουσία. Είναι κάτι που απορρέει από την ίδια τη σχέση κεφαλαίου και εξουσίας και που τελικά είναι η ίδια η φύση του καπιταλισμού. Απλά θα δούμε ότι όσο ο καπιταλισμός εξελίσσεται, τόσο οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται προς τη μορφή του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, από την ατελή σχέση ενός πλουσίου με τους κυβερνώντες, σχέση όπως ήταν στο 18ο - αρχές του 19ου αιώνα.
Υπήρξαν τρεις μορφές αυτής της σχέσης. Η πρώτη, που αναπτύχθηκε στις υποανάπτυκτες χώρες, όπου ο κεφαλαιούχος που απομυζά τον ντόπιο πλούτο και τους "ιθαγενείς" προσφέρει ταυτόχρονα και εξυπηρέτηση στην κυβέρνηση, επειδή συμμετέχει στην παραγωγική διαδικασία.
Αυτές οι σχέσεις είναι μεταφεουδαλικές - προκαπιταλιστικές, όπου ο κεφαλαιούχος αναλαμβάνει τη διαχείριση τιμαρίων και μεγάλων γαιοκτησιών, αποδίδοντας στην κυβέρνηση το "νόμιμο" φόρο ή πρόσοδο. Τέτοιες σχέσεις είχαμε στη Νότια Ρωσία, την Αίγυπτο και τις παραδουνάβιες χώρες, αλλά και στην Αυστροουγγαρία. Κλασικές περιπτώσεις ο Γεώργιος Αβέρωφ και ο Μ. Τοσίτσας (γαιοκτήμονες και εκμισθωτές δημοσίων γαιών στην Αίγυπτο), o Βαρβάκης στη Ρωσία (ατελώς το αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας στην Κασπία, και γαιοκτήμονας), οι Ζαππαίοι, ο Τριανταφυλλίδης, ο Χαροκόπος (γαιοκτήμονες στη Ρουμανία), ο Βερναρδάκης (ενοικιαστής οινοπνευματοπαραγωγής στη Ρωσία), ο Σ. Σίνας (γαιοκτήμονας στην Αυστρουγγαρία).
Συνήθως στις επιχειρήσεις τους μετέχουν και ηγέτες και υψηλοί αξιωματούχοι του κράτους, όπως ο Γ. Αβέρωφ που ήταν συνεταίρος του ηγέτη (Χεδίβη) της Αιγύπτου Τεφίκ ίμπν Ισμαήλ, ο Ζαρίφης που ήταν προσωπικός τραπεζίτης του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, ο Μ. Τοσίτσας διαχειριστής της γαιοκτησίας του Σουλτάνου της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή κ. ά.
Στις περιπτώσεις αυτές, πολλές φορές μετείχε ο ίδιος ο κεφαλαιούχος στην εξουσία (όπως ο Αρσάκης, πρωθυπουργός της Ρουμανίας, ο Βαρβάκης, πολιτικός σύμβουλος του Αυτοκράτορα της Ρωσίας, ο Μπέλλιος, υπουργός στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες), αλλά και η κυβέρνηση του απέδιδε γαίες και τίτλους ευγενείας, όπως στον Σίνα, τον Τοσίτσα, τον Βαρβάκη, τον Δούμπα, τον Μπέλλιο (βαρόνοι όλοι τους).
Σε μια δεύτερη φάση, καπιταλιστικής μορφής πλέον, η σύμφυση με την εξουσία γίνεται με καθαρά οικονομικά κριτήρια εξαγοράς της εξουσίας για ίδιον όφελος. Δωροδοκίες υπουργών και βασιλέων, αθέμιτοι δανεισμοί κ. ά. και πολλές φορές καταλήγει και στη συμμετοχή στην κυβέρνηση για πιο μεγάλη σιγουριά. Είναι η εποχή όπου ο κεφαλαιούχος κερδίζει από την ίδια τη σύμφυση με την εξουσία κυρίως μετέχοντας σε κρατικά δάνεια σε καταρρέουσες οικονομίες. Στην περίπτωση αυτή, η "ευεργεσία" είναι ακριβώς το προκάλυμμα στην κοινή γνώμη. Ο κεφαλαιούχος προβάλλεται με τις ευεργεσίες του και από το ίδιο το κράτος, ώστε να αποσιωπηθούν και οι ληστείες του, αλλά και η διαφθορά της κρατικής εξουσίας. Τυπική περίπτωση ο Συγγρός, για τον οποίο ομολογούν οι βιογράφοι του ότι "... γεγονός είναι ότι όλες οι ενέργειές του υπήρξαν σε συστοίχιση με τα ιδιωτικά επιχειρηματικά του συμφέροντα...". O Συγγρός, προσωπικός φίλος του Γεωργίου του Α και βουλευτής του Τρικούπη, υπήρξε πρωταγωνιστής της διαχείρισης της δημοσιονομικής κρίσης που κατέληξε στην πτώχευση του 1893. Το "δυστυχώς, επτωχεύσαμεν" του Τρικούπη αφορούσε την Ελλάδα, αλλά όχι τον Συγγρό!!
Σημειώνεται ότι ο εκσυγχρονιστής της αστικής τάξης στην Ελλάδα Βενιζέλος έχρισε βουλευτές του πολλά μεγάλα κεφάλια της οικονομίας - αυτούς άλλωστε εξέφραζε ο βενιζελικός εκσυγχρονισμός - όπως ο Μπενάκης, ο Εμπειρίκος, ο Χαροκόπος.
Σε μια τρίτη περίπτωση, πιο σύγχρονη, ο κεφαλαιούχος χρησιμοποιεί την "ευεργεσία" σαν επένδυση και σαν αυτοτελή μηχανισμό κέρδους. Τυπική περίπτωση είναι ο Λαμπράκης σήμερα, που ασχολείται με τον "πολιτισμό" σε μια επιχείρηση η οποία ουσιαστικά πληρώνεται από το κράτος, εμφανίζεται όμως ως ευεργεσία και μη κερδοσκοπική επιχείρηση. Μετά από αυτό το προκάλυμμα - όσο είναι προκάλυμμα αυτό το διάτρητο κουρέλι - επεκτείνεται άνετα (όσο του το επιτρέπουν οι ανταγωνιστές του) σε καθαρά επιχειρηματικές δραστηριότητες "στα πλαίσια" της πολιτιστικής του (μη κερδοσκοπικής!) δραστηριότητας.
Ακραία μορφή είναι η με το προκάλυμμα της "ευεργεσίας" άσκηση παρακρατικών δραστηριοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα από ιδρύματα "πολιτιστικά", που διευθύνονται προσωπικά από τους ίδιους τους φορείς της μεγάλης καπιταλιστικής εξουσίας και ασκούν ιδεολογική δράση όχι μόνο εξαγοράς συνειδήσεων, αλλά και πολιτικής - στρατιωτικής υπονόμευσης καθεστώτων. Αυτά όμως σε επόμενα άρθρα.
Γεώργιος Μ. ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ Ο ρόλος τους στην αναπαραγωγή του συστήματος


Ανδρέας Συγγρός: Αυτός που τους λήστεψε όλους, από την οθωμανική κυβέρνηση, μέχρι την αθηναϊκή εργατιά
Είδαμε στο άρθρο της 29.6.97 στο "Ριζοσπάστη" μια γενική θεώρηση των "ευεργετών", όμως καλύτερη ιδέα αποκτά κανείς εξετάζοντας από κοντά μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Αφήνοντας στην άκρη εκείνους του 18ου - αρχών του 19ου αιώνα, που είδαμε ότι είχαν και κάποια αναγκαιότητα, εφ' όσον κάλυπταν τομείς που δεν υπήρχε κανείς να καλύψει, όπως η γενική παιδεία για μεγάλες μάζες πληθυσμού, μια και δεν υπήρχε ακόμη ελληνικό κράτος, ας δούμε περιπτώσεις που έχουν και ιδιαίτερα πολλές αναλογίες με τη σύγχρονη εποχή.
Ο γενικός τύπος του "εθνικούευεργέτη" είναι εκείνος ο οποίος θησαυρίζει σε εξαρτημένες ή καθυστερημένες χώρες, καρπούμενος την υπεραξία των ντόπιων, σε αγαστή συνεργασία με τις τοπικές κυβερνήσεις, και ευεργετεί αφ' ενός το επίσημο κράτος και τους ομοεθνείς του στη χώρα αυτή και αφ' ετέρου την πατρίδα του. Η συνεργασία με τις τοπικές αρχές φθάνει πολλές φορές σε κατάληψη υψηλών αξιωμάτων, ακόμη και πρωθυπουργού (όπως ο Αρσάκης στη Ρουμανία) και η ανταμοιβή τους από τις κυβερνήσεις αυτές με διακρίσεις, παράσημα και τίτλους ευγενείας (όπως ο Ζαχάρωφ, ο Σίνας, ο Αβέρωφ).
Καλό θα είναι επίσης να δούμε και μερικές από τις σύγχρονες προσωπικότητες στο χώρο των "σπόνσορων", χορηγών επί το ελληνικότερον, όπως του Λάτση, του Ωνάση, του Λαμπράκη, αλλά και ακόμη και το ρόλο μερικών - ξένων κυρίως - Ιδρυμάτων με σκοπό τις "ευεργεσίες" κάθε είδους, όπως το "Ιδρυμα Ford" και το "Ιδρυμα Rockfeler", για να μείνουμε στα πιο γνωστά.
***
Ο Συγγρός, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1828 και εργάστηκε αρχικά στο εμπόριο, επεκτείνοντας στη συνέχεια τη δραστηριότητά του στον τραπεζικό τομέα, όπου μετά το 1860 ήταν ήδη από τους μεγαλοτραπεζίτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κύριος μέτοχος της "Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως".
Η μέθοδός του ήταν κλασική και προσαρμοσμένη στα δημοσιονομικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: προαγόραζε τους φόρους μιας περιοχής, παίρνοντας υψηλό τόκο για την εποχή (20% το χρόνο), και μάλιστα δεν έδιδε χρήματα αλλά εμπορεύματα υπερτιμημένα κατά 40 και 50% Ακόμη, καρπωνόταν τη διαφορά του νομίσματος από την επαρχία στην Πόλη, υπολογίζοντας τις προκαταβολές σε χαρτονόμισμα προς 105 γρόσια τη λίρα και εισπράττοντας χρυσές λίρες προς 140 γρόσια τη λίρα.
Ο ίδιος ο Συγγρός περιγράφει τον τρόπο δωροδοκίας των υπαλλήλων του Σουλτάνου, αλλά κυρίως το δανεισμό στην κυβέρνηση (π.χ. στον Κριμαϊκό Πόλεμο) που με την περίπου ίδια τακτική έφερνε "χοντρά" κέρδη. Ακόμη περισσότερο ληστρικά, κερδοφόρα ήταν τα δάνεια στην Αίγυπτο και τέλος η αγοραπωλησία τουρκικών ομολόγων στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου σ' όλη τη δεκαετία του 1860 και μετά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις ληστείες αυτές μετείχαν και άλλοι "εθνικοίευεργέτες" όπως οι Βαλλιάνος, Ζαρίφης, Κορωνιός, Ιωνίδης!
Το 1872 ιδρύει τη "Γενική Πιστωτική Τράπεζα" και το 1881 την "Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας" στην Ελλάδα, βλέποντας ότι "... ο ελλαδικός χώρος μπορεί να θρέψει την ομογένεια πιο σίγουρα, αν όχι πιο πλουσιοπάροχα από ό,τι οι σιτοβολώνες της Ρωσίας ή το οθωμανικό δημόσιο ταμείο... ".
Η Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας διαχειριζόταν την εγκαταλειπόμενη μεγάλη οθωμανική γαιοκτησία που υπήρχε στη Θεσσαλία και θησαύρισε, όπως και οι τελικοί αγοραστές, επίσηςεθνικοίευεργέτες, (Αβέρωφ, Ζωγράφος, Ζάππας κ. ά. ), περιουσία που κανονικά όφειλε να ανήκει μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό δημόσιο!
Αυτή η ληστεία του οθωμανικού και ελληνικού δημοσίου, ήταν σχεδόν αφανής, ποιος ήξερε τότε τα δημόσια οικονομικά; Ο Συγγρός όμως έγινε γνωστός ως κερδοσκόπος από τα Λαυρεωτικά.
Η ιστορία άρχισε όταν ο Σερπιέρης επεκτάθηκε εκτός από την εκμετάλλευση των μεταλλείων και στις αρχαίες σκουριές, τις "καταβολάδες" του Λαυρίου για τις οποίες έλεγαν ότι λόγω της ατελούς αρχαίας κατεργασίας είχαν τεράστιες ποσότητες αργύρου. Στον καυγά μεταξύ κυβέρνησης και Σερπιέρη, παρενέβησαν οι "προστάτιδες δυνάμεις" υπέρ του Σερπιέρη και τελικά το αδιέξοδο λύθηκε με την "αγορά" της εταιρίας του Σερπιέρη από τον Συγγρό, (ο Σερπιέρης παρέμεινε ως μέτοχος!). Ετσι, ο επιχειρηματίας ήταν Ελληνας και σώθηκε και το εθνικό φιλότιμο και η κυβέρνηση.
Οπως σημειώνει, όμως, ο Μαρκεζίνης στην Ιστορία του, η αρχική εταιρία του Σερπιέρη κέρδισε τα μέγιστα, δεδομένου ότι είχε βάλει ελάχιστα κεφάλαια, αυτό δε που εκχώρησε στη νέα εταιρία Συγγρού - Σερπιέρη ήταν ελληνικός εθνικός πλούτος.
Με το θόρυβο όμως που έγινε, ο πολύς κόσμος νόμισε ότι οι καταβολάδες είχαν θησαυρό και τσακίστηκε να αγοράζει μετοχές της νέας εταιρίας, όχι μόνο πλούσιοι αλλά και εργάτες, υπηρέτριες, μεροκαματιάρηδες, μικρομαγαζάτορες και από την πρώτη μέρα οι μετοχές από 200 δραχμές έφθασαν στις 310. Ο Σερπιέρης είχε πει στον Συγγρό πριν αυτός αγοράσει την εταιρία του, ότι "στο Λαύριο δεν υπάρχει θησαυρός, αλλά απλό μετάλλευμα, όμως οι πολιτικοί εξήψαν τη φαντασία του κόσμου για τα δικά τους συμφέροντα". Από τα "Λαυρεωτικά" (κάτι σαν τις σύγχρονες αλβανικές πυραμίδες!), ο Συγγρός ισχυρίζεται στα "Απομνημονεύματά" του ότι δεν κέρδισε. Δε λέει όμως και ότι έχασε!!
Αυτός ήταν ο Συγγρός, και για να έχουμε πλήρη εικόνα του, πρέπει να γνωρίζουμε ότι το Δημοτικό Θέατρο, που αναφέρεται ως "ευεργεσία", ήταν μια απλή εμπορική πράξη. Συνέβαλε στην αποπεράτωσή του με 600.000 τότε δραχμές (1886) παίρνοντας ως αντάλλαγμα την εκμετάλλευσή του για 25 χρόνια. Το 1898 φαίνεται ότι του ήταν πρόβλημα η διαχείριση και το εκχώρησε στο Δήμο Αθηναίων, κρατώντας όμως την εκμετάλλευση των γραφείων και των καταστημάτων - το "φιλέτο" δηλαδή.
Πάντως, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Συγγρό πως ήταν από τους πρώτους διδάξαντες ότι ο καλός καπιταλιστής είναι εκείνος που παίρνει την υπεραξία σε κρατικό επίπεδο, αντί να παιδεύεται με εργάτες, επιστάτες, διευθυντές εργοστασίων απεργίες, διεκδικήσεις και άλλους μπελάδες, αν και αυτό ο Μαρξ το χαρακτήρισε με πιο απλά λόγια ως υπαγωγή του βιομηχανικού και εμπορικού κεφαλαίου στο χρηματοπιστωτικό.
Γεώργιος Μ. ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗΣ

TOP READ