31 Ιαν 2015

Το μεταβατικό πρόγραμμα και ο Τρότσκι

 Το μεταβατικό πρόγραμμα και ο Τρότσκι

Σήμερα η κε του μπλοκ παίρνει το ρεπό της και αντιγράφει από το τρέχον τεύχος της κομεπ και το άρθρο του χρήστου μπαλωμένου για τον κυβερνητισμό στον εργατικό αγώνα και τη νέα σπορά, το υποκεφάλαιο με τον τίτλο της ανάρτησης. Είναι κάπως μεγάλο σε έκταση, αλλά αξίζει, πιστεύω, να το διαβάσετε μέχρι τέλους, καθώς δίνει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα, που συναντάμε συχνά μπροστά μας.
Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση στα σχόλια, ευπρόσδεκτη.


Το παραπάνω «σχήμα» του μεταβατικού προγράμματος αποτελεί τροποποιημένη αναβίωση του ιστορικού διαχωρισμού του προγράμματος της Σοσιαλδημοκρατίας πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σ’ ένα μίνιμουν πρόγραμμα, το οποίο περιοριζόταν σε μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού, και σε ένα μάξιμουμ πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε τα μέτρα που θα υλοποιούνταν στο σοσιαλισμό. Η υλοποίηση του μίνιμουμ προγράμματος προβαλλόταν ως απαραίτητη προϋπόθεση «για να ανοίξει ο δρόμος» για την υλοποίηση του μάξιμουμ προγράμματος, δηλαδή για το σοσιαλισμό.

Ο «ΕΑ» και η «ΝΣ» κινούνται στην παραπάνω λογική. Γράφει, για παράδειγμα, η «ΝΣ»: «Στην πορεία ανάπτυξης της πάλη του επαναστατικού κινήματος για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει ανάγκη από την ύπαρξη ενός μίνιμουμ Προγράμματος, που θα οδηγεί στην εκδίωξη της αστικής τάξης από την εξουσία, αλλά, ταυτόχρονα, και στο άνοιγμα του δρόμου για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, αλλά και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού […] Σ’ αυτό το γενικό Πρόγραμμα θα είναι ενταγμένο το μίνιμουμ Πρόγραμμα, ως προοίμιο του γενικού».

Και οι δύο ιστοσελίδες επικαλούνται κάποιες επεξεργασίες του Λένιν για να στηρίξουν το μίνιμουμ και μάξιμουμ πρόγραμμα. Γράφει ο «ΕΑ»: «Ο Λένιν υποστήριζε πάγια ότι στο δρόμο προς την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας υπάρχει ανάγκη διατύπωσης μιας δέσμης μεταβατικών μέτρων, ενός προγράμματος μίνιμουμ, που θα είναι βέβαια διαλεκτικά δεμένο με το στρατηγικό στόχο της επανάστασης. Πρόκειται για μία γέφυρα που βοηθά να περάσει κανείς στην αντίπερα όχθη του ποταμού».

Η «ΝΣ» σημειώνει με τη σειρά της: «Στο άρθρο του ο Β. Ι. Λένιν «Για την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος» υπερασπίζεται την ανάγκη ύπαρξης του μίνιμουμ προγράμματος, όταν το άρθρο αυτό γράφεται στις 6 του Οχτώβρη 1917 για το Συνέδριο του Κόμματος που έχει προγραμματιστεί να γίνει στις 17 Οχτώβρη του 1917 […] Σ’ αυτό το πρόγραμμα που υπερασπίζεται ο Β. Ι. Λένιν υπάρχουν και όλα εκείνα τα μεταβατικά μέτρα, τα οποία επιτρέπουν το όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο πέρασμα στο σοσιαλισμό, γεγονός που φαίνεται καθαρά από τη συμπλήρωση που κάνει ο ίδιος στο προηγούμενο Πρόγραμμα του 1903».

Οι παραπάνω επικλήσεις του Λένιν για την αιτιολόγηση των σημερινών «μεταβατικών» στρατηγικών επεξεργασιών δεν αποτελούν κοινό στοιχείο μόνο του «ΕΑ» και της «ΝΣ», αλλά και όλων των οπορτουνιστικών μορφωμάτων (κόμματα, ομάδες, τάσεις, ιστοσελίδες) που επικαλούνται το μεταβατικό πρόγραμμα –από τον Τόλιο του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την πιο μικρή οπορτουνιστική ομάδα. Τα κείμενα που επικαλούνται γράφτηκαν το διάστημα από τον Απρίλη μέχρι το Σεπτέμβρη του 1917. Πιο συγκεκριμένα επικαλούνται κυρίως το άρθρο «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε» (γραμμένο στις 10-14 Σεπτέμβρη 1917), το κείμενο με τίτλο «Σχετικά με την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος» (6-8 Οκτώβρη 1917), καθώς και λίγα ακόμα κείμενα της περιόδου Απρίλη-Οκτώβρη 1917 τα οποία σχετίζονται με τη συμβολή του Λένιν στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος των Μπολσεβίκων.

Οι τροτσκιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί αιτιολογούν και αυτοί τα πολύχρωμα Μεταβατικά τους Προγράμματα επικαλούμενοι τα ίδια κείμενα του Λένιν και προσθέτοντας στις πηγές της συγκεκριμένης επεξεργασίας και την απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης «Τέταρτης Διεθνούς» του Τρότσκι το 1938.

Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου δεν είναι φυσικά δυνατό να παρουσιαστεί ολόκληρη η αντιπαράθεση της εποχής. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση της εξέλιξης της στρατηγικής επεξεργασίας του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος είναι ξεχωριστό αντικείμενο μελέτης και απαιτεί συλλογική επεξεργασία.

Αυτό που μπορεί ωστόσο να γίνει είναι να παρουσιαστούν κάποια βασικά στοιχεία που αφορούν τη σχέση των στρατηγικών επεξεργασιών της περιόδου την οποία επικαλούνται οι δύο ιστοσελίδες και των σημερινών «μεταβατικών» τους επεξεργασιών.

Ας δούμε όμως κάποιες ενδεικτικές αναφορές του Λένιν από τα παραπάνω άρθρα. Το Σεπτέμβρη του 1917, σε συνθήκες ερήμωσης και διεύρυνσης της εξαθλίωσης ως συνέπεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αλλά και ένοπλης παρέμβασης των εργατών και των στρατιωτών στις εξελίξεις μέσω των Σοβιέτ, ο Λένιν εκτιμά ότι: «… το βασικό και κύριο μέτρο πάλης, το μέτρο αποτροπής της καταστροφής και της πείνας […] είναι: ο έλεγχος, η επίβλεψη, η καταγραφή, η ρύθμιση από το κράτος, ο καθορισμός μιας σωστής κατανομής των εργατικών δυνάμεων στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, η φειδώ στις λαϊκές δυνάμεις, η αποφυγή κάθε σπατάλης δυνάμεων, η οικονομία αυτών των δυνάμεων».

Έτσι προτείνει μια σειρά μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση, όπως εθνικοποίηση και συνένωση των τραπεζών, εθνικοποίηση των μεγαλύτερων μονοπωλιακών ενώσεων, κατάργηση του εμπορικού απορρήτου, υποχρεωτική οργάνωση σε ενώσεις των βιομηχάνων, των εμπόρων και των επιχειρηματικών γενικά, αναγκαστική συνένωση του πληθυσμού σε καταναλωτικούς συνεταιρισμούς.

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του μεταβατικού προγράμματος και του μίνιμουμ και μάξιμουμ προγράμματος, υπάρχουν και διατυπώσεις όπως οι εξής: «Μ’ αυτήν την έννοια δώσαμε το πρόγραμμα των μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό […] Πρέπει να πραγματοποιήσουμε πρώτα τα μεταβατικά μέτρα προς το σοσιαλισμό, να οδηγήσουμε την επανάστασή μας ως τη νίκη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και ύστερα πια, «γυρίζοντας από τον πόλεμο», μπορούμε και πρέπει να πετάξουμε το πρόγραμμα-μίνιμουμ σαν αχρείαστο πια».

Πριν παρουσιάσουμε το περιβάλλον στο οποίο γράφτηκαν οι παραπάνω διατυπώσεις, πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν βασικές θέσεις του Λένιν, τις οποίες «ξεχνάνε» οι συγκεκριμένες οπορτουνιστικές ομάδες και όλα τα άλλα μορφώματα που υιοθετούν το σχήμα που συνεπάγεται το μεταβατικό πρόγραμμα. Καταρχάς υπάρχουν οι θέσεις του Λένιν στο καθαυτό έργο του για την ανάγκη επαναστατικού τσακίσματος του αστικού κράτους, στο «Κράτος και Επανάσταση», οι οποίες σαφώς περνάνε σε δεύτερη μοίρα στην αρθρογραφία των ομάδων αυτών. Υπάρχουν όμως και πιο συγκεκριμένες διατυπώσεις για τα παραπάνω. Για παράδειγμα, μέσω των Θέσεων του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ (καλοκαίρι 1920), που έλαβε χώρα σε συνθήκες στερέωσης της αστικής εξουσίας σε μια σειρά χώρες μετά από το πρώτο μεγάλο επαναστατικό κύμα της περιόδου 1918-1919, ο Λένιν (ο οποίος τις έγραψε) προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα προβλήματα που δημιούργησε στα επαναστατικά κόμματα η εφαρμογή των μίνιμουμ και μάξιμουμ προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα εκεί αναφέρεται: «Χάρη στην αδιάκοπη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και στην επέκταση του επιπέδου της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο καπιταλισμός στερεώθηκε πάρα πολύ· το ίδιο έγινε και για τα κοινοβουλευτικά κράτη. Απ’ αυτό προέρχονται η προσαρμογή της κοινοβουλευτικής τακτική των σοσιαλιστικών κομμάτων προς τη νομοθετική δράση των αστικών Κοινοβουλίων, η διαρκώς αυξανόμενη σημασία του αγώνα για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων μέσα στο περιθώριο του καπιταλισμού, η επικράτηση του λεγόμενου «μίνιμουμ» προγράμματος των σοσιαλιστικών κομμάτων και η χρησιμοποίηση ενός «μάξιμουμ» προγράμματος που απέβλεπε σε έναν απομακρυσμένο «τελικό σκοπό». Πάνω σε αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν έπειτα τα συμπτώματα του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού, τη διαφθοράς, της φανερής ή κρυφής προδοσίας των πιο στοιχειωδών συμφερόντων της εργατικής τάξης».

Επίσης, όσον αφορά τον εργατικό έλεγχο, ο Λένιν σημειώνει τον Οκτώβρη του 1917, λίγες μέρες πριν την επανάσταση: «Όταν εμείς λέμε «εργατικός έλεγχος», βάζοντας αυτό το σύνθημα πάντα δίπλα στη δικτατορία του προλεταριάτου, πάντα ύστερα από αυτήν, τότε μ’ αυτό διευκρινίζουμε για τι λογής κράτος γίνεται λόγος. Το κράτος είναι το όργανο κυριαρχίας μιας τάξης».

Τι ισχύει άραγε; Ποια είναι η πραγματική εκτίμηση του Λένιν για το μίνιμουμ και το μάξιμουμ πρόγραμμα;

Είναι φανερό ότι από τα ξεκομμένα «τσιτάτα» δεν μπορούν να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Και δεν μπορούν να απαντηθούν, γιατί τα αποσπάσματα δεν αναδεικνύουν από μόνα τους τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκαν, την αντιπαράθεση στην οποία ενεπλάκησαν, τα ερωτήματα που έθετε κάθε φορά η ζωή στους επαναστάτες.

Οι σημερινοί οπορτουνιστές δεν «μπαίνουν στον κόπο» να μελετήσουν τη σκέψη του επαναστατικού κινήματος και των ηγετών του σε συνάρτηση με τα παραπάνω. Αντίθετα, προσπαθούν να προσδώσουν λενινιστικό «επίχρισμα» στις δικές τους επεξεργασίες επιλέγοντας τα «τσιτάτα» που τους ταιριάζουν, αποκόβοντάς τα τόσο από τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκαν όσο και από την αντιπαράθεση στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιήθηκαν, αποκρύπτοντας άλλα «τσιτάτα» τα οποία δεν τους κάνουν. Τις ίδιες λαθροχειρίες διαπράττουν από κοινού με στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και στο ζήτημα της Ιστορίας τόσο του ΚΚΕ όσο και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Πριν συνεχίσουμε, υπενθυμίζουμε τι απαντούσε ο ίδιος ο Λένιν σε αντίστοιχες πρακτικές της εποχής του: «Όλο το πνεύμα του μαρξισμού, όλο το σύστημά του απαιτεί να εξετάζουμε την κάθε θέση μόνο α) ιστορικά, β) μόνο σε σύνδεση με άλλες θέσεις, γ) μόνο σε σύνδεση με τη συγκεκριμένη πείρα της Ιστορίας.

Από τη νίκη της αστικής επανάστασης του Φλεβάρη και το σχηματισμό της πρώτης αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης μέχρι το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία υπήρχε αυτό που χαρακτήριζε ο Λένιν ως δυαδική εξουσία, μια πρόσκαιρη ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στην κυβέρνηση της αστικής τάξης και τα Σοβιέτ (συμβούλια αντιπροσώπων) των εργατών, αγροτών και στρατιωτών, στα οποία υπάγονταν ένοπλες εργοστασιακές φρουρές, αλλά και ολόκληρα στρατιωτικά τμήματα.

Ο Λένιν χαρακτήριζε ως εξής την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί: «Η πιο αξιοσημείωτη ιδιομορφία της επανάστασής μας βρίσκεται στο ότι δημιούργησε μια δυαδική εξουσία […] Πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση, αδύνατη ακόμα, εμβρυακή, μα που ωστόσο υπάρχει αναμφισβήτητα στην πραγματικότητα και αναπτύσσεται: Τα Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών βουλευτών […] Ποιος είναι ο πολιτικός χαρακτήρας αυτής της κυβέρνησης; Είναι μια επαναστατική δικτατορία, δηλαδή εξουσία που στηρίζεται στην επαναστατική κατάληψη, στην άμεση πρωτοβουλία των λαϊκών μαζών από τα κάτω, και όχι στο νόμο που έχει εκδώσει μια συγκεντρωτική κρατική εξουσία».

Πέρα από την αδυναμία του αστικού κράτους να επιβάλει πλήρως την ταξική του θέληση, η κατάσταση περιπλεκόταν για τους μπολσεβίκους από το γεγονός ότι στα ένοπλα σοβιέτ δεν κυριαρχούσαν οι ίδιοι, αλλά οι οπορτουνιστικές δυνάμεις των μενσεβίκων και των λεγόμενων εσέρων (σοσιαλιαστές-επαναστάτες. Ταυτόχρονα βέβαια η πείνα και η καταστροφή απαιτούσαν συγκεκριμένες κινήσεις από τους ένοπλους εργάτες για την αντιμετώπισή τους. Και όλα αυτά σε συνθήκες όπου οι πλατιές μάζες των εργαζομένων θεωρούσαν την αστική κυβέρνηση ως επαναστατική και η ίδια αυτοχαρακτηριζόταν ως τέτοια.

Έτσι, συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η ζωή έθετε στο Λένιν και τους μπολσεβίκους το εξής ερώτημα: Τι να προτείνουν στα ένοπλα Σοβιέτ να κάνουν σε συνθήκες που τα Σοβιέτ είχαν αντικειμενικά μέρος της εξουσίας, αλλά την ίδια στιγμή κυριαρχούσαν σε αυτά τα μικροαστικά στοιχεία και οι μενσεβίκοι; Τι έπρεπε να προτείνουν σε αυτές τις συνθήκες στα ένοπλα Σοβιέτ ώστε και να οργανώσουν την πάλη της επιβίωσης και μέσα από αυτήν την πάλη να καταλάβουν ότι η κυβέρνηση δεν είναι στο πλευρό τους, αλλά απέναντί τους, να καταλάβουν μέσα από την πάλη ότι τα όπλα που είχαν στα χέρια τους έπρεπε να τα στρέψουν απέναντι στην αστική κυβέρνηση;

Σε τέτοιες συνθήκες «ρίχτηκαν» τα συνθήματα του εργατικού ελέγχου (πριν τη νίκη της εργατικής εξουσίας), της κρατικοποίησης και υποχρεωτικής συνένωσης των τραπεζών, της καταγραφής και της ρύθμισης από το κράτος της παραγωγής και της κατανάλωσης κλπ. Σε αυτές τις συνθήκες έκανε ο Λένιν λόγο για έλεγχο, επίβλεψη, καταγραφή, ρύθμιση από το κράτος, για καθορισμό μιας σωστής κατανομής των εργατικών δυνάμεων στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, για αποφυγή κάθε σπατάλης δυνάμεων.

Σε αυτές τις συνθήκες διατυπώθηκαν και αιτήματα όπως το εξής: «Οι καπιταλιστές πρέπει να πληρώνουν τους μισθωτούς εργάτες, το υπηρετικό προσωπικό κτλ. για τις μέρες που αφιερώνουν σε κοινωνική υπηρεσία στην πολιτοφυλακή». Αλήθεια, γιατί οι σημερινοί οπορτουνιστές δεν προσθέτουν και αυτό το λενινιστικό αίτημα στη λίστα των μεταβατικών αιτημάτων τους;

Σε αυτές τις συνθήκες κυριαρχίας του οπορτουνισμού στα Σοβιέτ των ένοπλων εργατών εμφανίστηκαν διατυπώσεις σαν τις εξής: «Όχι «εφαρμογή του σοσιαλισμού σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά πέρασμα αμέσως μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων από μέρους των Σοβιέτ και των εργατών βουλευτών», καθώς και αναφορές που χαρακτήριζαν τον έλεγχο των τραπεζών, τον υποχρεωτικό συνδικαλισμό των καπιταλιστών και άλλα αντίστοιχα ως «βήματα προς το σοσιαλισμό».

Φυσικά, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, υπήρξαν ακόμα και την ίδια περίοδο διατυπώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι τέτοια μέτρα έχουν σημασία μόνο όταν λαμβάνονται στο πλαίσιο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι διατυπώσεις άλλωστε πάντα αντανακλούν, εκτός από τις συνθήκες, και το πού θέλει να δώσει ο συγγραφέας τους βάρος, ποια στοιχεία της επιχειρηματολογία του αντιπάλου ιεραρχεί ότι πρέπει να καταπολεμήσει σε κάθε φάση.

Με λίγα λόγια, αυτές οι συγκεκριμένες διατυπώσεις του Λένιν δεν απαντάνε στο τι πρέπει να απαιτήσει το εργατικό κίνημα σε μη επαναστατικές συνθήκες, σε συνθήκες μακρόχρονης νόμιμης πάλης και ακλόνητης πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης και του κράτους της, αλλά στο τι πρέπει να επιβάλουν με τα όπλα τους οι ένοπλοι εργάτες οι οποίοι παλεύουν για την επιβίωση, αλλά δεν έχουν αποφασίσει ακόμα να διεκδικήσουν τη δική τους εξουσία.

Αυτό που γίνεται από τους οπορτουνιστές στην ουσία είναι η μηχανιστική μεταφορά στις σημερινές συνθήκες και η γενίκευση ως πάγιο χαρακτηριστικό της πολιτικής του ΚΚ μιας «λογικής» η οποία αποτελούσε εξειδίκευση σε τελείως διαφορετικές, ιδιαίτερες συνθήκες. Όσον αφορά τη μακροχρόνια ισορροπία δυνάμεων, τη μακροχρόνια κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» που προϋποθέτουν και υπονοούν τα Μεταβατικά Προγράμματα, ο Λένιν την απέρριπτε κατηγορηματικά:

«Δε χωράει ούτε η παραμικρή αμφιβολία ότι μια τέτοια «σύμπλεξη» (σ.σ.: της εξουσίας της Προσωρινής Κυβέρνησης και της εξουσίας των Σοβιέτ) δεν μπορεί να κρατήσει πολύ καιρό. Δύο εξουσίας σ’ ένα κράτος δεν μπορεί να υπάρχουν. Η μία από αυτές πρέπει να εκμηδενιστεί».

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται ότι ο λογικός πυρήνας του Μεταβατικού Προγράμματος δεν έχει καμία σχέση με τις αντίστοιχες επεξεργασίες του Λένιν. Αντίθετα, αποτελεί σχεδόν αντιγραφή της λογικής του Μεταβατικού Προγράμματος του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης «Τέταρτης Διεθνούς» του Τρότσκι. Εκεί μπαίνει η λογική των προτεινόμενων μεταβατικών μέτρων… σε μη επαναστατικές συνθήκες. Ο Τρότσκι είναι ο μόνος ο οποίος διατύπωσε σε ενιαίο πρόγραμμα τα λεγόμενα μεταβατικά αιτήματα, προβάλλοντας αυτό το πρόγραμμα σε μη επαναστατικές συνθήκες ως όχημα ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής ταξικής συνείδησης. Ας δούμε τι έγραφε στην Απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης Τέταρτης Διεθνούς: «Πρέπει να βοηθήσουμε τις μάζες, μέσα στο προτσές των καθημερινών αγώνων τους, να βρουν τη γέφυρα που ενώνει τις σημερινές διεκδικήσεις τους με το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η γέφυρα αυτή πρέπει να αποτελείται από ένα σύστημα ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ, που θα ξεκινούν από τις σημερινές συνθήκες κι από τη σημερινή συνείδηση των πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξη και θα οδηγούν αμετάκλητα σ’ ένα μονάχα και το ίδιο πάντα συμπέρασμα: Την κατάχτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο […] Ανάμεσα στο μίνιμουμ και το μάξιμουμ πρόγραμμα (σ.σ.: της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας) δεν υπήρχε καμία γέφυρα. Η σοσιαλδημοκρατία δεν είχε την ανάγκη μιας τέτοιας γέφυρας, αφού, για το σοσιαλισμό, μιλούσε μονάχα τις γιορτές […] Το παλιό «μίνιμουμ πρόγραμμα» έχει σταθερά ξεπεραστεί από το ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ που αποσκοπεί στη συστηματική κινητοποίηση των μαζών για την προλεταριακή επανάσταση».

Οι παραπάνω διατυπώσεις υπάρχουν σχεδόν αυτολεξεί σε πολλά κείμενα του «ΕΑ» και της «ΝΣ», της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλων των υπόλοιπων –τροτσκιστικών και μη- οπαδών των μεταβατικών προγραμμάτων.

 Όσο περισσότερο αναιρούνταν η διάκριση ανάμεσα στις επαναστατικές και τις μη επαναστατικές συνθήκες τόσο περισσότερο προβαλλόταν το αστικό κράτος σε μια μόνιμη κατάσταση αστάθειας και κλονισμού, τόσο περισσότερο φούντωναν τα διάφορα νοητικά σχήματα που κωδικοποιούνταν στα διάφορα Μεταβατικά Προγράμματα. Αυτήν τη δυνατότητα μόνιμης αστάθειας εκφράζουν και οι αναφορές του Τρότσκι στον όρο «προεπαναστατική κατάσταση».

(*Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα από την ίδια Απόφαση: «Από την στιγμή που η (σ.σ: εργοστασική) επιτροπή κάνει την εμφάνισή της, εγκαθιδρύεται στην πραγματικότητα μια ΔΙΑΡΧΙΑ μέσα στο εργοστάσιο. Από την ίδια της την ουσία, αυτή η διαρχία είναι κατιτί το μεταβατικό, γιατί περικλείει μέσα της δύο ασυμφιλίωτα καθεστώτα: το καπιταλιστικό καθεστώς και το προλεταριακό καθεστώς. Η τεράστια σπουδαιότητα των εργοστασιακών επιτροπών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι αυτές ανοίγουν, αν όχι μια άμεσα επαναστατική περίοδο, τουλάχιστον μια προεπαναστατική περίοδο ανάμεσα στο αστικό και στο προλεταριακό καθεστώς».

Τα σχήματα αυτά αναιρούσαν τα διαφορετικά καθήκοντα που απέρρεαν για τα ΚΚ σε συνθήκες σταθερότητας ή κλονισμού της αστικής εξουσίας.


Από τα παραπάνω είναι καθαρό ότι η λογική του Μεταβατικού Προγράμματος ως συνεκτικού πλαισίου πάλης, ως συνολικής πολιτικής πρόταση σε μη επαναστατικές συνθήκες, δεν απορρέει σε καμία περίπτωση από τις επεξεργασίες του Λένιν, αλλά αποτελεί το λογικό πυρήνα του τροτσκιστικού προγράμματος του 1938.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ