2 Αυγ 2017

Kurt Gossweiler : Η καταγωγη και οι παραλλαγες του φασισμου


1. Η μετάβαση στον μονοπωλιακό καπιταλισμό ως προϋπόθεση της ανάπτυξης του φασισμού
Πολύ πριν καταστεί εφικτό να γίνει λόγος περί φασισμού, οι Μαρξιστές στοχάστηκαν για το ερώτημα τού ποια νέα πολιτικά χαρακτηριστικά θα συνδεόταν με την μετάβαση από τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού στον μονοπωλιακό καπιταλισμό. Το ερώτημα ήταν: ποιες πολιτικές αλλαγές θα ανέκυπταν όταν η οικονομική βάση της αστικής κοινωνίας άλλαζε;
Πριν δημοσιευτεί το Ο Ιμπεριαλισμός: Το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού του Λένιν, το πιο αξιόλογο μαρξιστικό έργο πάνω στο θέμα αυτό ήταν η ανάλυση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου του Ρούντολφ Χίλφερντινγκ, που δημοσιεύτηκε το 1910.
Αυτό που ανακάλυψε ο Χίλφερντινγκ σχετικά με τις νέες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις στην ανάπτυξη του καπιταλισμού (και σε μια εποχή που δεν είχε ακόμα γίνει ο θεωρητικός της ρεβιζιονιστικής θεωρίας περί «οργανωμένου καπιταλισμού» αλλά ήταν ακόμα Μαρξιστής), ενσωματώθηκε — απελευθερωμένο από λάθη και σφάλματα — στην θεωρία του ιμπεριαλισμού του Λένιν. Ο Χίλφερντινγκ αναγνώρισε αναδυόμενες τάσεις των οποίων το πλήρες εύρος ήρθε στην επιφάνεια μόνο κάτω από τον φασισμό.
Σήμερα, είναι διπλά σημαντικό να θυμηθούμε όσα έγραφε ο Χίλφερντινγκ εκείνο τον καιρό. Πρώτον, αποδεικνύουν εμφατικά την αξεδιάλυτη σύνδεση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και στον φασισμό· δεύτερον, η σύγκριση μεταξύ του Μαρξιστή Χίλφερντινγκ και του ρεβιζιονιστή που δημιούργησε τη θεωρία του «οργανωμένου καπιταλισμού» που είναι απρόσβλητος στις κρίσεις, δείχνει πως η μετάβαση από τον Μαρξισμό στον ρεβιζιονισμό συμπίπτει με την ανικανότητα ανάπτυξης μιας επιστημονικής ανάλυσης της κοινωνίας και επιστημονικής προεικόνισης των μελλοντικών εξελίξεων.
Στην παρούσα συζήτηση σχετικά με την καταγωγή του φασισμού οι ακόλουθες παρατηρήσεις του Χίλφερντινγκ είναι ιδιαίτερα σημαντικές, διότι διαψεύδουν όλα τα επιχειρήματα που αρνούνται την ιμπεριαλιστική καταγωγή της φασιστικής ιδεολογίας και αντ’ αυτού την θεωρούν δημιούργημα της μικροαστικής τάξης.
Ο Χίλφερντινγκ έγραψε:
Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν επιθυμεί ελευθερία αλλά κυριαρχία, για τον σκοπό της αντιμετώπισης του ανταγωνισμού από ένα ψηλότερο σκαλί της ιεραρχίας. Αλλά για να το κατορθώσει τούτο, για να διατηρήσει την συντριπτική του δύναμη και να την επεκτείνει περαιτέρω, [το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο] χρειάζεται το κράτος, το οποίο εξασφαλίζει τον έλεγχό του πάνω στην ντόπια αγορά μέσω δασμών στις εισαγωγές και πολιτικών επιπρόσθετων φόρων. 
Σε τελική ανάλυση, χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος το οποίο να είναι σε θέση να προάγει τα οικονομικά του συμφέροντα στο εξωτερικό και να χρησιμοποιήσει την πολιτική του δύναμη…ένα κράτος το οποίο να μπορεί να παρεμβεί οπουδήποτε στον κόσμο για να μετατρέψει τον κόσμο όλο σε μια σφαίρα επενδύσεων για το χρηματοπιστωτικό του κεφάλαιο. 
Τέλος, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο χρειάζεται ένα κράτος το οποίο να είναι αρκετά ισχυρό ώστε να ακολουθήσει επεκτατική πολιτική και να αποκτήσει νέες αποικίες…με τον τρόπο αυτό η ανεξέλεγκτη πολιτική της ισχύος γίνεται προϋπόθεση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Ο Χίλφερντινγκ δείχνει επίσης πώς οι οικονομικά κινούμενες πολιτικές του επεκτατισμού ριζοσπαστικοποίησαν την κοσμοαντίληψη της μπουρζουαζίας:
Το ιδανικό της ειρήνης εξαφανίζεται. Αντί για το ανθρωπιστικό ιδεώδες εμφανίζονται τα ιδεώδη του μεγέθους και της ισχύος του κράτους…στόχος τώρα είναι να εξασφαλιστεί για το έθνος του καθενός η κυριαρχία πάνω στον κόσμο — στόχος που αποδεικνύεται το ίδιο άνευ ορίων όπως και η αναζήτηση του κέρδους από το κεφάλαιο, που ήταν η πηγή του… 
Ο στόχος αυτός γίνεται τώρα οικονομική αναγκαιότητα, γιατί κάθε υστέρηση μειώνει το κέρδος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και συρρικνώνει την ανταγωνιστική του ικανότητα, και στο τέλος μετατρέπει την μικρότερη οικονομική επικράτεια σε εξαρτώμενη της μεγαλύτερης…
 …
Η φυλετική ιδεολογία, κρυμένη κάτω απ’ τον μανδύα της επιστήμης, νομιμοποιεί την αναζήτηση της ισχύος από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Μια ολιγαρχική αντίληψη της κυριαρχίας αντικαθιστά το δημοκρατικό ιδεώδες της ισότητας … Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη δύναμη των εργατών ενισχύει την αποφασιστικότητα του κεφαλαίου να ενισχύσει τις εξουσίες του κράτους ως εξασφάλιση ενάντια στα αιτήματα του προλεταριάτου. Έτσι, η ιδεολογία του ιμπεριαλισμού αναδύεται νικήτρια πάνω στα παλιά φιλελεύθερα ιδεώδη.
Ο Λένιν, που θεωρούσε το έργο του Χίλφερντινγκ μια «υπερπολίτιμη μελέτη» ανεξάρτητα από κάποιες αδυναμίες της, εμβάθυνε την κατανόηση των πολιτικών χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού.
Στο βασικό του έργο ο Λένιν έγραψε ότι «η αντίδραση παντού, και η επιδείνωση της εθνικής καταπίεσης είναι μέρος των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού», επειδή, είπε, «ο ιμπεριαλισμός είναι η εποχή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων που αναζητούν την κυριαρχία και όχι την ελευθερία…»
Την ίδια χρονιά, το 1916, και σε άλλα έργα, ο Λένιν ήταν ακόμα πιο εμφατικός: «Το πολιτικό εποικοδόμημα της νέας οικονομίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού … συνιστά στροφή από την δημοκρατία προς την πολιτική αντίδραση. Τα μονοπώλια ισούνται πολιτική αντίδραση.»
Όταν αναπτυχθούν τα μονοπώλια, αναζητούν αποκλειστική εξουσία όχι μονάχα οικονομικά αλλά και πολιτικά. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αντικειμενικής αναγκαιότητας της εξασφάλισης της συσσώρευσης, ως προϋπόπεσης για την επιβίωση των γιγάντιων μονοπωλίων στην πάλη του ανταγωνισμού. Δεν είναι απλώς ζήτημα της επίτευξης «φυσιολογικών», μεσαίου ύψους κερδών, αλλά υπερκερδών, μονοπωλιακών κερδών.
Το μονοπωλιακό κέρδος επιτυγχάνεται με κόστος ολάκερη την κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, η αστική δημοκρατία και ο αστικός κοινοβουλευτισμός εξακολουθούν να επιτρέπουν στις μη μονοπωλιακές τάξεις και στρώματα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους —αν και με περιορισμένο τρόπο— ενάντια στην αυξανόμενη εκμετάλλευση και ληστεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των συμμάχων του, των μεγαλογαιοκτημόνων.
Υπάρχει κατά συνέπεια μια τάση να εξαληφθούν αυτά τα εμπόδια μέσω της εγκατάλειψης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της θεμελίωσης της δικής τους, ανεμπόδιστης και ανοιχτής δικτατορίας, ό,τι όνομα κι αν έχει αυτή.
Σύμφωνα με τον Παλμίρο Τολιάτι, «Είναι αδύνατο να καθοριστεί η ουσία του φασισμού χωρίς την γνώση του ιμπεριαλισμού…ο Λένιν θα σας δώσει την απάντηση, σκιαγραφείται στα έργα του για τον ιμπεριαλισμό.»1
Η σχέση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τον φασισμό δείχνει πως η Μαρξιστική-Λενινιστική θεωρία του φασισμού πρέπει να είναι μέρος της Μαρξιστικής-Λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού.
Η ανάλυση του φασισμού προαπαιτεί τη διερεύνηση της σύνδεσης μεταξύ της οικονομίας και της πολιτικής του ιμπεριαλισμού και των συνεπειών τους πάνω στην καπιταλιστική κοινωνία κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, όπως θα αναλύσουμε. Η ορθότητα αυτής της προσέγγισης καθίσταται σαφής από το γεγονός ότι η περιγραφή των πολιτικών χαρακτηριστικών του μονοπωλιακού κεφαλαίου από τον Λένιν επιβεβαιώθηκε από την άνοδο του φασισμού και ολόκληρης της ιστορίας του.
Ο φασισμός ως πολιτικό κίνημα, και ιδιαίτερα ο φασισμός ως πολιτική εξουσία, αποδείχθηκε το αποκορύφωμα της ιμπεριαλιστικής πάλης για εξουσία και ισχύ, για αντίδραση πέρα ως πέρα. Ενώ η υποτιθέμενα μικροαστική ιδεολογία του φασισμού και η ψευδοεπαναστατική της στάση αποδείχθηκε απλή φάρσα, με στόχο να εξαπατηθούν τα μικροαστικά και προλεταριακά θύματα της φασιστικής-ιμπεριαλιστικής εξουσίας.
Έτσι, η μετάφαση από τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού στον μονοπωλιακό καπιταλισμό δημιούργησε τα οικονομικά θεμέλια και κατά συνέπεια την πρώτη και πιο σημαντική προϋπόθεση για την ανάδυση του φασισμού.
Η συνεπαγόμενη τάση της οικονομικής ολιγαρχίας για βία και αντίδραση, η εχθρότητά της  προς την δημοκρατία (που είναι ενδογενής στον ιμπεριαλισμό), και η επιθετική αναζήτηση εξουσίας χωρίς όρια ήταν τα πρώτα σπέρματα του φασισμού. Παρ’ όλα αυτά, μόνο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης απέκτησαν αυτοί οι ιμπεριαλιστικοί στόχοι φασιστικό πρόσωπο — αφού δηλαδή ο καπιταλισμός εισήλθε στο στάδιο της γενικής του κρίσης.
Όπως είναι λοιπόν επόμενο, δίπλα στην μετάβαση του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, η έλευση της γενικής κρίσης ήταν η προϋπόθεση για την άνοδο του φασισμού. Με αυτή την έννοια ο φασισμός μπορεί να περιγραφεί ως «προϊόν του καπιταλισμού σε περίοδο κρίσης.»
2.Η γενική κρίση του καπιταλισμού ως άμεση προϋπόθεση της ανάδυσης του φασισμού 
Η γενική κρίση του καπιταλισμού, η οποία αναδύθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιφάσεων, είναι κρίση ολόκληρου του καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος.[2]
Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία τον Οκτώβρη (Νοέμβρη) του 1917 επιβεβαίωσε αλλά και βάθυνε την καπιταλιστική κρίση. Η νίκη αυτή έδειξε πως ο καπιταλισμός είχε μπει στο τελευταίο του στάδιο, το οποίο περικλείει μια μεγάλη ιστορική περίοδο, αλλά το οποίο παρά τις όποιες παρακάμψεις του φέρει το ίχνος της ήττας του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό στην πορεία μιας λυσσαλέας, παγκόσμιας ταξικής πάλης.
Η πτώση της ρωσικής αστικής τάξης έδειξε στην αστική τάξη όλου του κόσμου πως η εργατική τάξη είναι ικανή να νικήσει τον καπιταλισμό και να εδραιώσει μια νέα τάξη. Η αντίδραση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην ιστορική αυτή εμπειρία ήταν, και παραμένει, αντιφατική.
Αφενός, ο μέχρι τότε περιφρονημένος σοσιαλδημοκρατικός ρεφορμισμός, ο οποίος δια της βίας θεωρούνταν ικανός να κυβερνήσει προϋπαντιζόταν τώρα ως ευπρόσδεκτο ανάχωμα ενάντια στην επανάσταση. Είχε γίνει πλέον μέρος του καπιταλιστικού μηχανισμού κυριαρχίας και καταπίεσης.
Αφετέρου, ο φόβος της επανάστασης δημιούργησε την αποφασιστικότητα όχι απλώς να κατασταλεί το εργατικό κίνημα, αλλά να καταστραφεί. Η συστημική εχθρότητα προς την δημοκρατία αυξήθηκε.
Έτσι, τα επαναστατικά γεγονότα που ήρθαν στο κατόπι της νίκης της Οκτωβριανής επανάστασης σε πολλές χώρες έδειξαν πως τα οπλοστάσια για την πάλη ενάντια στην εργατική τάξη ήταν ανεπαρκή σε ένα χρονικό σημείο στο οποίο η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία απειλούνταν άμεσα και αντιμετώπιζε μια εντελώς νέα κατάσταση.
‘Ετσι, ξεκίνησε η αναζήτηση για ένα νέο είδος οργάνωσης, ένα νέο είδος όπλου, το οποίο να εξυπηρετεί την στρατιωτική αλλά και την πολιτική πάλη ενάντια στην επαναστατική εργατική τάξη.
Η απάντηση σε αυτή την σφοδρή ανάγκη της άρχουσας τάξης ήταν ο φασισμός. Έτσι, ο Τολιάτι περιέγραψε το φασιστικό κόμμα ως «αστικό κόμμα ειδικού είδους…ένα ‘νέου τύπου’ κόμμα, το οποίο ανταποκρίνεται στις συνθήκες καπιταλιστικής αποσύνθεσης καθώς και στην εποχή της προλεταριακής επανάστασης.»[3]
Η κύρια λειτουργία ενός τέτοιου κόμματος και των μεθόδων πάλης του καθορίστηκαν από τις ανάγκες της άρχουσας τάξης, πολύ καιρό πριν αναδυθεί το ίδιο στην πραγματικότητα, και πολύ καιρό πριν εννοιολογηθεί και ονομαστεί. Η βασική του λειτουργία ήταν να δράσει ως μια στρατευμένη προστατευτική δύναμη του κεφαλαίου στην εποχή της παγκόσμιας πάλης ζωής και θανάτου ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό.
Η βασική προσέγγιση στην πάλη ήταν ένας συνδυασμός εμφυλιοπολεμικής τρομοκρατίας ενάντια στο εργατικό κίνημα και εξασφάλισης μαζικής στήριξης μέσω της δημαγωγικής προπαγάνδας και της αγκιτάτσιας.
Έτσι, ο φασισμός ήταν η απάντηση στην ανάγκη της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας για μια πολιτική δύναμη η οποία θα την έφερνε σε θέση να βγει από την ιστορικά αμυντική της θέση στην πάλη ενάντια στον σοσιαλισμό και να ανακτήσει τη θέση του επιτιθέμενου.
Ο στόχος ήταν να «ξαναγίνει ολόκληρος ο κόσμος» μέσω της επαναθεμελίωσης της ανεξέλεγκτης και αδιαμφισβήτητης εξουσίας του ιμπεριαλισμού σε όλο τον πλανήτη μετά την εξάλειψη των κομμουνιστικών κομμάτων και της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι συνθήκες όμως για την άνοδο του φασισμού δεν καθορίστηκαν απλά από τις ανάγκες τις ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας για ένα όπλο ενάντια στο προλεταριάτο, αλλά και σε απάντηση στην ανάγκη της για μια οργάνωση που θα μπορούσε να σύρει ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης από το μαρξιστικού προσανατολισμού, διεθνές εργατικό κίνημα, και να το συνδέσει μόνιμα στην δική της ιμπεριαλιστική πολιτική.
Το πρόβλημα της «εθνικοποίησης της εργατικής τάξης» έγινε καθοριστικό ζήτημα για την άρχουσα τάξη στις χώρες εκείνες όπου η ιδέα της προλεταριακής επανάστασης είχε βρει την δυνατότερή της απήχηση — και αυτές, ανάμεσα στις μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές χώρες, ήταν η Γερμανία και η Ιταλία.
Συμπερασματικά, μπορούμε να ταυτοποιήσουμε τις βασικές προϋποθέσεις για την ανάδυση του φασισμού ως νέου πολιτικού όπλου της αστικής τάξης στην πάλη της ενάντια στην εργατική:
1.Η μετάβαση από τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού στον μονοπωλιακό καπιταλισμό και η συνεπαγόμενη προσπάθεια της μονοπωλιακής μπουρζουαζίας να μονοπωλήσει το ίδιο και την πολιτική εξουσία. Αυτό προϋπέθεσε την παρακμή της αστικής δημοκρατίας και την αντικατάστασή της από μια μορφή διακυβέρνησης η οποία θα εξασφάλιζε αναντίρρητο έλεγχο πάνω στον πολιτικό μηχανισμό της κρατικής ισχύος.
2.Η αρχή της γενικής κρίσης του καπιταλισμού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης, η παγκόσμια ανάδυση του προλεταριακού και αντι-ιμπεριαλιστικού επαναστατικού κινήματος, προκάλεσαν την αναζήτηση από τους πιο αντιδραστικούς κύκλους της μονοπωλιακής μπουρζουαζίας για νέα εργαλεία που να εγγυώνται την ασφάλεια και σταθερότητα της εξουσίας τους. Ήταν απαραίτητο να κατασταλεί και να καταστραφεί το επαναστατικό κίνημα και να εξαλειφθεί η πηγή της παγκόσμιας επανάστασης — η Σοβιετική Ένωση.
3.Η νίκη της αντεπανάστασης σε βάρος των προλεταριακών-επανασταστικών και των επαναστατικών-δημοκρατικών κινημάτων έξω από την ΕΣΣΔ επετεύχθη με την βοήθεια της σοσιαλδημοκρατίας, όπως και η σταθεροποίηση της δύναμης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Κατά συνέπεια, ο φασισμός περιλαμβάνει τόσο επιθετικά όσο και αμυντικά στοιχεία τα οποία αντανακλούν τις φιλοδοξίες της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.
Θα ήταν λάθος να ερμηνευτεί ο φασισμός απλώς ως σημάδι της καπιταλιστικής αδυναμίας, όπως θα ήταν αδικαιολόγητο λάθος να ιδωθεί απλώς ως σημάδι της καπιταλιστικής συναίσθησης δύναμης και εξουσίας.
Ο φασισμός περιέχει πάντοτε και τα δύο στοιχεία, αλλά σε μια ποικιλία από «μίξεις» και συνεπώς, κάθε ατομική περίπτωση πρέπει να αναλύεται πολύ προσεκτικά με όρους των σχετικών ταξικών σχέσεων για να μπορέσει να υπάρξει αποτελεσματική αμφισβήτηση του φασισμού.
Από το Kurt Gossweiler 1988, Aufsaetze zum Faschismus τομ. I & II Cologne: Paul Rugenstein Publishers.
[1] Togliatti, Palmiro, Lectures on Fascism, Frankfurt, 1973, σ.9.
[2] Galkin, A A The Ideology of Fascism and Neo-Fascism, in Sowjetwissenschaft. Gesellschaftwissenschafitliche Beitraege, 12/1975, σ. 1269.
[3] Togliatti, ό.π., σ. 126.
Μτφρ. από τα αγγλικά: Lenin Reloaded
Οι κύριοι τύποι φασιστικών δικτατοριών 
[Κουρτ Γκόσβαϊλερ, «Αφετηρίες και Παραλλαγές τού Φασισμού: Φασισμός, Δικτατορία και Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» (Hitler, l’irrésistible ascension? σελ. 195-210· αρχ. δημοσίευση Jahrbuch für Geschichte der sozialistischen Länder Europas, τόμ.24/1, Berlin 1980, σελ.7-36)]
Στις χώρες, λοιπόν, τής περιοχής αυτής[i] και στο διάστημα μεταξύ 1919 και 1923, εγκαθιδρύθηκαν (λιγότερο ή περισσότερο) περιορισμένα αστικά δημοκρατικά πολιτεύματα και δύο ανοιχτά δικτατορικά καθεστώτα.
Έχουν διατυπωθεί — και εξακολουθούν να διατυπώνονται — διάφορες απόψεις σε σχέση με τον χαρακτήρα των δύο αυτών δικτατορικών καθεστώτων, όπως και σε σχέση με τον χαρακτήρα παρόμοιων καθεστώτων που θα διαμορφωθούν αργότερα (για παράδειγμα, στην Πολωνία μετά το πραξικόπημα τού Ιωσήφ Πιλσούντσκι τον Μάιο τού 1926). Σε κείμενό του τού 1928, ο Γκεόργκι Δημητρόφ τα χαρακτηρίζει ως καθεστώτα δικτατορικού τύπου με ορισμένες ιδιομορφίες: «Οι ειδικές συνθήκες των χωρών τής νοτιοανατολικής Ευρώπης προσδίδουν στον φασισμό έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Η ιδιαιτερότητα αυτή έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη για παράδειγμα στην Ιταλία, ο φασισμός δεν αναπτύσσεται από τα κάτω ως μαζικό κίνημα που στοχεύει στην κατάληψη τής εξουσίας, αλλά προωθείται και αναπτύσσεται από τα πάνω, έως ότου επιτευχθεί ο στόχος τής εγκαθίδρυσής του ως μορφή κρατικής διακυβέρνησης. Μέσω τού σφετερισμού τής κρατικής εξουσίας και κάνοντας χρήση των στρατιωτικών δυνάμεων τής αστικής τάξης και τής οικονομικής ισχύος τού τραπεζιτικού κεφαλαίου, ο φασισμός επιχειρεί, εν προκειμένω, να διεισδύσει στις μάζες, αναζητώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά ερείσματα».[43]
Το 7ο συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς επιβεβαίωσε την ανάλυση σύμφωνα με την οποία οι δικτατορίες αυτές αποτελούν «μορφές φασισμού». Η άποψη αυτή γίνεται ευρέως αποδεκτή ακόμα και σήμερα.[44] Ορισμένοι όμως θεωρούν ότι τα δικτατορικά αυτά καθεστώτα θα πρέπει να διακρίνονται από τις φασιστικές δικτατορίες, διότι δεν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων. Υποστηρίζουν, έτσι, ότι οι εν λόγω χώρες χαρακτηρίζονταν από την απουσία ανάπτυξης ή την περιορισμένη ανάπτυξη τού χρηματιστικού κεφαλαίου· ότι, εν προκειμένω, η ανάληψη τής εξουσίας όχι μόνο δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία ενός μαζικού φασιστικού κινήματος, αλλά, αντίθετα, η εγκαθίδρυση των δικτατορικών αυτών καθεστώτων συνέβαλε στο να αποτραπεί η εμφάνιση τέτοιων κινημάτων·[45] ότι η τρομοκρατική εκστρατεία δεν πήρε την έκταση και τις διαστάσεις των τρομοκρατικών διώξεων που εξαπολύθηκαν στην Ιταλία και την Γερμανία· ότι, επιπλέον, παρέμενε νόμιμη η λειτουργία των συνδικάτων αλλά και των ίδιων των κομμουνιστικών κομμάτων· και ότι, τέλος, οι δικτατορικές κυβερνήσεις των χωρών αυτών δεν είχαν τη δύναμη και τη σταθερότητα που διέθεταν τα «γνήσια» φασιστικά καθεστώτα.
Είναι προφανές ότι, αν συγκρίναμε τις δικτατορίες τού Χόρτι και τού Ζάνκοφ με τον γερμανικό φασισμό, δεν θα μπορούσαμε να μην επισημάνουμε τις σημαντικές αυτές διαφορές. Ωστόσο, όπως είναι λάθος να κατατάσσουμε στην κατηγορία των «φασιστικών δικτατοριών» όλες εκείνες τις εκφάνσεις τής πολιτικής πραγματικότητας που συνδέονται με την άσκηση τής καπιταλιστικής εξουσίας και οι οποίες δεν έχουν όλα τα χαρακτηριστικά τής αστικής δημοκρατίας, εξίσου λάθος είναι να θεωρούνται ως γνήσια φασιστικά καθεστώτα αποκλειστικά και μόνο τα καθεστώτα εκείνα που εγκαθιδρύθηκαν στην Ιταλία και την Γερμανία.
Το πρόβλημα τού ορισμού τής έννοιας τού φασισμού δεν θα μπορούσε να επιλυθεί με τη σύνταξη ενός καταλόγου χαρακτηριστικών τού φαινόμενου, με τη συγκρότηση ενός σαφώς καθορισμένου μοντέλου το οποίο, σε αντιπαραβολή με το εναλλακτικό μοντέλο τού αστικού καθεστώτος, θα μας επέτρεπε αμέσως να αποφανθούμε εάν πρόκειται για φασιστικό καθεστώς ή όχι. Κι αυτό γιατί η πραγματικότητα, πλούσια σε παραλλαγές και ενδιάμεσες μορφές, αρνείται να εγκλωβιστεί σε σχήματα. Στην κατακλείδα τής ομιλίας του στο 7ο συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Δημητρόφ προειδοποιεί ότι «[θ]α ήταν μεγάλο λάθος, να θέλαμε να κατασκευάσουμε ένα οποιοδήποτε γενικό σχήμα ανάπτυξης τού φασισμού για όλες τις χώρες και όλους τους λαούς».[46] Και συνεχίζοντας επισημαίνει: «Κανένα γενικό χαρακτηριστικό τού φασισμού, όσο σωστό κι αν είναι, δε μας απαλλάσσει από το καθήκον να μελετάμε συγκεκριμένα και να παίρνουμε υπόψη μας την ιδιομορφία τής ανάπτυξης τού φασισμού και των διάφορων μορφών φασιστικής δικτατορίας στις διάφορες χώρες και στις διάφορες φάσεις. Είναι απαραίτητο να ερευνάμε, να μελετάμε και να ανακαλύπτουμε σε κάθε χώρα το εθνικά ιδιαίτερο, το εθνικά ειδικό στο φασισμό, και ανάλογα να καθορίζουμε αποτελεσματικές μέθοδες και μορφές πάλης ενάντια στο φασισμό».[47]
Επομένως, όπως επισημαίνει ο Δημητρόφ, πρέπει να λάβουμε ως αφετηρία την άποψη ότι, όπως και κάθε άλλο κοινωνικό φαινόμενο, έτσι και ο φασισμός εμφανίζεται με διάφορες παραλλαγές και μορφές και, συνεπώς, ότι θα ήταν εσφαλμένο να θεωρήσουμε ότι μία εξ αυτών — ο γερμανικός φασισμός, για παράδειγμα — συνιστά το μοναδικό σημείο αναφοράς για τη μελέτη τού φαινομένου. Φυσικά, μεταξύ αυτών, πάντα θα υπάρχουν κάποιες που θα πληρούν όλες τις προδιαγραφές τού είδους, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο την «κλασσική» του ενσάρκωση, πράγμα που ισχύει, βεβαίως, και για την γερμανική παραλλαγή τού φαινομένου τού φασισμού.
Ωστόσο, οι υπόλοιπες παραλλαγές δεν παύουν να είναι μέλη τής ίδιας κατηγορίας εκ μόνου τού λόγου ότι εκδηλώνουν σε μικρότερο βαθμό ορισμένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού είδους. Η «κλασική» μορφή τού φασισμού νοείται ως τέτοια επειδή ακριβώς είναι μοναδική, επειδή σ’ αυτή εκδηλώνονται με μοναδικό τρόπο τα στοιχεία τα οποία είναι κοινά σ’ όλα τα είδη, επειδή αυτή αποτελεί το παράδειγμα προς το οποίο κατευθύνονται όλες οι επιμέρους μορφές τού φαινομένου, ακόμη και αν αυτές δεν παρουσιάζουν τον ίδιο βαθμό ωριμότητας και ανάπτυξης με την κλασική του μορφή.
Πράγματι, η ωριμότητα αυτή απαιτεί προϋποθέσεις οι οποίες δεν συντρέχουν σε κάθε περίπτωση. Οι κύριες προϋποθέσεις βάσει των οποίων το ναζιστικό καθεστώς θεωρείται ως «κλασική» περίπτωση τού φαινομένου τού φασισμού είναι οι εξής: κατ’ αρχάς ήταν όργανο μιας πολύ ισχυρής δύναμης, τής δεύτερης ισχυρότερης ιμπεριαλιστικής δύναμης τού πλανήτη, τού πιο επιθετικού, αχόρταγου και άπληστου από τα ιμπεριαλιστικά αρπακτικά· στη συνέχεια, στο εσωτερικό τής χώρας, είχε να αντιμετωπίσει μια εργατική τάξη τής οποίας η επαναστατική εμπροσθοφυλακή αποτελούσε ένα από τα δυναμικότερα τμήματα τού διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Από την άλλη πλευρά, τα δικτατορικά καθεστώτα που επιβλήθηκαν στην Ουγγαρία και στη Βουλγαρία — όπως αργότερα και στην Πολωνία, την Πορτογαλία, την Λιθουανία, κ.λπ. — αποτελούν παραλλαγές φασιστικών καθεστώτων που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν σε συνθήκες οι οποίες είτε δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την εκδήλωση όλων των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων τού φασισμού, είτε απέκλειαν πλήρως την πιθανότητα εμφάνισης ορισμένων εξ αυτών. Όμως, τότε, εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς σε τι διαφέρουν αυτές οι δικτατορίες από τα συνήθη στρατιωτικά δικτατορικά καθεστώτα. Μια τέτοια αντίληψη για τη φασιστική δικτατορία δεν διευρύνει τόσο πολύ την έννοιά της, έτσι ώστε αυτή να περιλαμβάνει τα πάντα και τίποτα; Δεν καθίσταται έτσι άχρηστη η έννοια τού φασισμού;
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές προτείνεται να περιοριστεί η χρήση τού όρου στις περιπτώσεις των δικτατορικών καθεστώτων που ανταποκρίνονται στον ακόλουθο ορισμό: «Οι δικτατορικές-φασιστικές κυβερνήσεις ανέρχονται στην εξουσία με την υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος, συνδυάζοντας στη συνέχεια τη χρήση τής τρομοκρατίας με την επιδίωξη ιδεολογικής και οργανωτικής ενσωμάτωσης και επιτήρησης τού συνόλου τής κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η ενεργός υποστήριξη, εκ μέρους ενός τμήματος των μαζών, τού εγκαθιδρυθέντος συστήματος, ενώ συγχρόνως επιτυγχάνεται η ιδεολογική απομόνωση και ο αφοπλισμός τής λαϊκής αντίστασης».[48] Ο Κινλ δικαιολογεί ως εξής την διατυπωθείσα πρότασή του: «Οι δύο τύποι αντιδραστικών δικτατοριών [δηλαδή αφενός η αστυνομικο-στρατιωτική δικτατορία και αφετέρου η φασιστική δικτατορία – Κ.Γκ.] είναι μεν όμοιες από πλευράς κοινωνικής λειτουργίας, διαφέρουν όμως ως προς τον τρόπο εμφάνισης, τις συνθήκες επιτυχίας και τη δομή τής εξουσίας τους. Επομένως, για λόγους εννοιολογικής σαφήνειας και ευκρίνειας, δεν φαίνεται να ενδείκνυται η χρήση τού ίδιου όρου για την περιγραφή των δύο αυτών τύπων καθεστώτων. Ο όρος “φασισμός” θα έπρεπε να χρησιμοποιείται μόνον για τον δεύτερο τύπο, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά κατά τον 20ό αιώνα και που προϋποθέτει την εμφάνιση των οργανωμένων μαζών στη σκηνή τής ιστορίας. Η χρήση αυτή ανταποκρίνεται άλλωστε στην πραγματική ιστορική πορεία, δεδομένου ότι ο όρος δεν απαντά πριν από τον 20ό αιώνα».[49]
Βεβαίως πολύ σωστά επιχειρείται να συνδεθεί το φαινόμενο τού φασισμού με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Παρά ταύτα όμως, η χρονολόγηση που προτείνεται δεν είναι απόλυτα ακριβής. Ορθότερο θα ήταν το φαινόμενο να τοποθετηθεί στην εποχή που ακολουθεί την πρώτη νίκη τής προλεταριακής επανάστασης, στην εποχή τής γενικής κρίσης τού καπιταλισμού.
Η εποχή που εγκαινιάστηκε με τον τρόπο αυτό θα αφήσει το ανεξίτηλο στίγμα της σε όλες τις μορφές τής αστικής κυριαρχίας, συμπεριλαμβανομένων τόσο των κοινοβουλευτικών αστικών καθεστώτων όσο και των κάθε είδους στρατιωτικών δικτατοριών. Θα πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι ο όρος «στρατιωτική δικτατορία» χρησιμοποιείται τόσο για αντιδραστικά όσο και για προοδευτικά καθεστώτα, χωρίς να γίνεται, επομένως, διάκριση ως προς το κοινωνικοπολιτικό τους περιεχόμενο. Όπως εξάλλου μπορεί να διαπιστώσει κανείς, ακόμα και μεταξύ των αντιδραστικών στρατιωτικών δικτατοριών, παρατηρούνται διαβαθμίσεις και παραλλαγές, ξεκινώντας από τα σχετικά μετριοπαθή καθεστώτα, όπως για παράδειγμα αυτό τού στρατηγού φον Σέεκτ στη Γερμανία το 1923, και φτάνοντας στα αμιγώς φασιστικά καθεστώτα, όπως ήταν κυρίως η δικτατορία τού Πινοσέ στη Χιλή ή, στην Ελλάδα, η χούντα των συνταγματαρχών.
Επομένως, η διάκριση που γίνεται μεταξύ στρατιωτικών και φασιστικών δικτατοριών ελάχιστα βοηθάει στην επίλυση τού προβλήματος. Το σημαντικότερο όμως είναι το εξής: η αντίληψη ότι υπάρχει μια ουσιαστική ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις στρατιωτικές δικτατορίες και στα καθεστώτα που επιβλήθηκαν από τα φασιστικά κόμματα όσον αφορά τις «συνθήκες επιτυχίας» και τις «εξουσιαστικές δομές» τους στηρίζεται μεν στην εμπειρία και, ειδικότερα, στην ιστορική εμπειρία τού γερμανικού φασισμού, αλλά δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το γεγονός ότι οι όροι επιτυχίας τού τελευταίου εξηρτώντο από ένα σύνολο ιδιαίτερων και ιστορικά ανεπανάληπτων παραγόντων, ούτε το γεγονός ότι η αυξανόμενη επιρροή του στις μάζες κάθε άλλο παρά αποτελεί υποχρεωτικό χαρακτηριστικό τής μορφής αυτής τού φασισμού.
Ωστόσο, όμως, τόσο η περίπτωση τής Ιταλίας (κρίση Ματεότι) όσο και η γερμανική περίπτωση (τα γεγονότα τής 30ής Ιουνίου 1934) δείχνουν ότι την άνοδο στην εξουσία των μαζικών φασιστικών κομμάτων διαδέχτηκε η ραγδαία διάψευση των αρχικών προσδοκιών των υποστηρικτών τους, με παρεπόμενο την αποδυνάμωση τής μαζικής βάσης των νεοπαγών καθεστώτων. Αυτή η τάση βέβαια δεν διήρκεσε πολύ. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν οφειλόταν σε ειδικούς παράγοντες εγγενείς στον φασισμό, αλλά στην αλλαγή τής καπιταλιστικής συγκυρίας και, πιο συγκεκριμένα, στην έναρξη μιας φάσης σχετικής σταθεροποίησης τής οικονομικής κατάστασης κατά τα έτη 1924-1925, στον τερματισμό τής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και στην εκκίνηση τής κούρσας των εξοπλισμών μετά από τη διετία 1934-1935.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μετά το 1933, ο ιταλικός φασισμός, που στάθηκε ανίκανος να αποτρέψει την εμφάνιση τής κρίσης στην Ιταλία, έπαψε πλέον να χαίρει τής ίδιας υποστήριξης μεταξύ των μαζών. Αυτό, άλλωστε, κατέστη σαφές και από τις στρατιωτικές αποτυχίες στην εκστρατεία τής Αβησσυνίας το 1936, στην Ισπανία το 1937 (όπου οι ιταλοί αντιφασίστες τού τάγματος Γκαριμπάλντι, στο πλευρό άλλων εθελοντών-μελών των διεθνών ταξιαρχιών, έτρεψαν σε φυγή τις στρατιωτικές δυνάμεις των μελανοχιτώνων τού Μουσολίνι)[50] και στην Ελλάδα το 1940, όπως αργότερα και από τον αγώνα των ιταλών παρτιζάνων κατά τού φασισμού.
Παρά την λανθασμένη αντίληψη που συνήθως επικρατεί, ότι δηλαδή η ιστορία τού γερμανικού φασισμού αποτυπώνει τα στάδια τής «φυσιολογικής εξέλιξης» των φασιστικών δικτατοριών, πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι το ναζιστικό καθεστώς διέγραψε μια μοναδική και καθόλα ανορθόδοξη πορεία. Η ιστορική παραδειγματικότητα τού ναζισμού εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο στο αναπόφευκτο τής παρακμής του. Αλλά η θριαμβευτική και φαινομενικά ακαταμάχητη άνοδός του, τουλάχιστον μέχρι το 1941, εξηγείται κυρίως από το γεγονός ότι ο γερμανικός φασιστικός ιμπεριαλισμός κλήθηκε τότε να αναλάβει «τον ρόλο τής δύναμης κρούσης τής διεθνούς αντεπανάστασης»,[51] κατά την περίοδο, δηλαδή, που ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός βρισκόταν ήδη στην πρώτη φάση τής (προ πολλού δρομολογημένης) εκστρατείας εξόντωσης τής Σοβιετικής Ένωσης.
Για την ευόδωση τής αποστολής αυτής, οι δυτικές δυνάμεις επέτρεψαν στη φασιστική Γερμανία, κατά παραβίαση τής συνθήκης των Βερσαλλιών, να επιδοθεί σε ένα ξέφρενο πρόγραμμα εξοπλισμών, με παρεπόμενη συνέπεια την υλοποίηση τού «θαύματος» τής πλήρους απασχόλησης. Και ήταν, μάλλον, αυτό το απλό γεγονός, παρά η φασιστική δημαγωγία, που της επέτρεψε να κατακτήσει τις μάζες των εργατών. Εξάλλου, με τις σκανδαλώδεις συμφωνίες τού Μονάχου, οι δυτικές δυνάμεις τής προσέφεραν, κυριολεκτικά στο πιάτο, μια σειρά από ασύλληπτες και εξωφρενικές νίκες στο πεδίο τής εξωτερικής πολιτικής, ξεκινώντας από την ανάκτηση τού κρατιδίου τού Σαρ και φθάνοντας στην «επιστροφή των πατρίων εδαφών» τής Σουδητίας. Αυτές οι επιτυχίες ενίσχυσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό το γόητρο και την επιρροή τού ναζιστικού καθεστώτος, τόσο εντός όσο και εκτός τής χώρας.
Χαρακτηριστικότερο δείγμα τής στάσης των δυτικών δυνάμεων προ τής υπογραφής των συμφωνιών τού Μονάχου αποτέλεσε η «πολιτική τής μη επέμβασης» που υιοθετήθηκε ενόψει τής επικείμενης κατάρρευσης τής δημοκρατικής Ισπανίας. Η στάση αυτή συνέβαλε στη διάχυση τού περιβόητου κλίματος τής δεκαετίας τού ’30, κάνοντας τότε πολλούς να πιστέψουν ότι ήταν αναπότρεπτη η έλευση τής φασιστικής εποχής και ότι επομένως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη· και τούτο γιατί απέτυχαν να αντιληφθούν ότι αυτή η κατάσταση δεν σχετιζόταν με κάποια δήθεν εγγενή προτερήματα τής φασιστικής Γερμανίας, αλλά ήταν απότοκος μιας συνειδητής μεν, αλλά σχεδόν αυτοκτονικής, αντισοβιετικής πολιτικής εκ μέρους των ιμπεριαλιστών ανταγωνιστών της, οι οποίοι επιδίωκαν να προωθήσουν τα δικά τους ταξικά συμφέροντα.
Ακόμα και ο ιταλικός φασισμός, πλέον αντιμέτωπος με δυσοίωνες προοπτικές λόγω τού αυξανόμενου κύματος δυσπιστίας στο εσωτερικό τής χώρας, μπόρεσε να εκμεταλλευθεί το διάχυτο αυτό κλίμα για να ανακτήσει μέρος τής χαμένης αξιοπιστίας του. Με αυτό τον τρόπο κατάφερε να εμφανιστεί ως πρωτοπόρος τής νέας «φασιστικής» εποχής, καίτοι ήδη γνώριζε ότι επρόκειτο να χάσει την πρωτοκαθεδρία και να εκτοπιστεί από τους επιγόνους του στον Βορρά. Οι αστραπιαίες νίκες τής φασιστικής Βέρμαχτ σε βάρος μιας σειράς κρατών που βρέθηκαν στο στόχαστρο τής γερμανικής επεκτατικής πολιτικής ενίσχυσαν περαιτέρω το γόητρο τής χώρας τροφοδοτώντας τον μύθο τής ανίκητης στρατιωτικής της μηχανής. Παντού στην Ευρώπη, από την Πολωνία, τη Νορβηγία, τα πολεμικά πεδία τής Γαλλίας, όπου τα γερμανικά στρατεύματα είχαν γνωρίσει την πανωλεθρία κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έως και τα Βαλκάνια, ο προελαύνων γερμανικός στρατός κέρδιζε τη μια μάχη μετά την άλλη. Τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό τής χώρας, για παράδειγμα στη Μεγάλη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυξανόταν ο αριθμός εκείνων που άρχισαν να χάνουν το θάρρος τους θεωρώντας ότι δεν υπήρχε καμία δύναμη στον κόσμο ικανή να σταματήσει τη φοβερή στρατιωτική μηχανή των χιτλεροφασιστών, μέχρι που ήρθαν οι πρώτες νίκες τού Κόκκινου Στρατού μπροστά στις πύλες τής Μόσχας το 1941 και διέλυσαν τον μύθο αυτό.
Αλλά, όσοι εξακολουθούν να θεωρούν, ακόμη και σήμερα, ότι η μαζική του βάση, που παρέμενε σχετικά αμετάβλητη ή, έστω, παρουσίαζε μια μακροχρόνια αυξητική τάση, ήταν φαινόμενο άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φύση ή τις ιδιαιτερότητες τής δομής εξουσίας τού φασισμού διαπράττουν ουσιαστικά το ίδιο σφάλμα με εκείνους που στις δεκαετίες τού ’30 και τού ’40 έψαχναν σε λάθος μέρος τα αίτια τής επιτυχίας τού ναζιστικού καθεστώτος.
Λέγοντας αυτό, δεν θέλω βέβαια να υποτιμήσω τη σημασία τής φασιστικής ιδεολογίας και των αντίστοιχων δομών εξουσίας για την πρόσδεση των μαζών στο άρμα τού φασισμού.[52] Δεν συμφωνώ, ωστόσο, με την πολύ διαδεδομένη τάση μεγαλοποίησης τού ρόλου και τής σημασίας τους. Κατά τη γνώμη μου, η αποτελεσματικότητα μιας ιδεολογίας εξαρτάται μάλλον από τη μαζική βούληση υιοθέτησής της παρά από την τελειοποίηση τής τεχνικής τού πολιτικού μάρκετινγκ. Η μαζική δε αυτή βούληση υιοθέτησης ενισχύεται ή υποχωρεί σε συνάρτηση με τις συνθήκες διαβίωσης των μαζών. Είναι γνωστό ότι οι συνθήκες σταθερότητας τής καπιταλιστικής οικονομίας προάγουν τη μαζική διάχυση τής ρεφορμιστικής ιδεολογίας, ακόμα και ανάμεσα σε τμήματα τής μικροαστικής τάξης, ενώ, αντίθετα, σε περιόδους κρίσης τα μικροαστικά στρώματα, καθώς και τμήματα τού προλεταριάτου, αποτελούν ομάδες ιδιαίτερα επιρρεπείς στη φασιστική δημαγωγία.
Τίποτα δεν συμβάλλει περισσότερο στη σταθερότητα ενός καθεστώτος από την επιτυχία του, που, εν προκειμένω, πρέπει να αναγνωρισθεί ως ο αποτελεσματικότερος παράγοντας σε σύγκριση ακόμα και με την πιο συστηματοποιημένη και ολοκληρωτική ιδεολογικοπολιτική του διείσδυση στην κοινωνία. Και, αντιστρόφως, χωρίς απτά και σαφή αποτελέσματα ή σε περίπτωση διάψευσης των προσδοκιών των μαζών, ακόμα και η πληρέστερη ιδεολογικοπολιτική ενσωμάτωση τής κοινωνίας θα αποδειχθεί ανίκανη να οδηγήσει στο επιθυμητό σταθεροποιητικό αποτέλεσμα. Προς αυτό δεν αντιφάσκει το γεγονός ότι στην πλειοψηφία του ο γερμανικός λαός συμπαρατάχθηκε με το ναζιστικό καθεστώς ή και το γεγονός ότι δεν βρήκε το θάρρος και τη δύναμη να αντισταθεί, ακόμα και στο διάστημα που μεσολάβησε από την ήττα στο Στάλινγκραντ έως την πτώση τού Βερολίνου.
Όσον αφορά τα αίτια τού φαινομένου, θα αρκεστώ σε μερικές μόνο επισημάνσεις. Το γεγονός ότι ο γερμανικός λαός είχε πλήρη, ή έστω μερική, εικόνα για τα εγκλήματα που διαπράττονταν, εν ονόματί του, εις βάρος κυρίως τού σοβιετικού και τού πολωνικού λαού υπερτερούσε σαφώς τής τρομοκρατίας και τής σκληροπυρηνικής ιδεολογίας των ναζί. Επομένως καθοριστικό ρόλο έπαιζε ο φόβος τής εκδίκησης, διότι ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί ότι οι νικητές δεν θα προέβαιναν σε αντίποινα με βάση τη λογική τού «οφθαλμόν αντί οφθαλμού»;
Αντιμέτωπος πλέον με την πιθανότητα τής ήττας, ο γερμανικός λαός ήταν τόσο βαθιά αναμεμιγμένος στα εγκλήματα τού φασισμού, ώστε γινόταν εύκολα πιστευτή η ναζιστική προπαγάνδα που περιέγραφε με τα μελανότερα χρώματα τις οδυνηρές επιπτώσεις που θα είχε η στρατιωτική συντριβή, όχι μόνο για τους ναζιστές εγκληματίες και τους προστάτες τους, αλλά και για ολόκληρο τον γερμανικό λαό. Ο παράγοντας τής λαϊκής ενσωμάτωσης, η οποία είχε επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των πρότερων ιλιγγιωδών επιτυχιών τού καθεστώτος, θα συνέβαλε στο εξής στη διάχυση τής ενοχής για ένα συλλογικό και ασύγγνωστο έγκλημα. Όσο υπήρχε και η παραμικρή αχτίδα ελπίδας για την αποφυγή τής ήττας, ο γερμανικός λαός πίστευε ότι όφειλε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αποτραπεί η καταστροφή. Η συνενοχή και ο φόβος του αποτέλεσαν έτσι πρόσφορο έδαφος για τη γένεση τής υπερφυσικής του πίστης στην ύπαρξη ενός «μαγικού στρατού», η ταχεία ανάπτυξη τού οποίου, κάτω από την ηγεσία των Ναζί, θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων.
Πρέπει να προστεθεί ότι ο γερμανικός λαός δεν διέθετε εναλλακτική επιλογή. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην Ιταλία, όπου είχε αναπτυχθεί αντάρτικο κίνημα, η ναζιστική εξουσία δεν αντιμετώπιζε ένοπλη αντίσταση στο εσωτερικό τής χώρας. Αυτές οι διαπιστώσεις υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η αναγωγή τού γερμανικού φασισμού σε κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός καθεστώτος ως φασιστικού συνεπάγεται την υποβάθμιση και μετατροπή τής γενικής αυτής έννοιας σε κατηγορία, στο εύρος τής οποίας μπορούν, στην καλύτερη περίπτωση, να ενταχθούν δύο μόνο ιστορικές περιπτώσεις — αυτές τού γερμανικού και τού ιταλικού φασισμού.
Υπάρχει ακόμα μια αντίρρηση όσον αφορά την αντίληψη που επιδιώκει να περιορίσει την εφαρμογή τής έννοιας τού φασισμού στις περιπτώσεις μόνο των ξεκάθαρα τρομοκρατικών δικτατοριών που επιβάλλονται έχοντας την υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος. Αντί τού κριτηρίου τού περιεχομένου (ότι, δηλαδή, πρόκειται για τρομοκρατική δικτατορία τού χρηματιστικού κεφαλαίου και τής μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας), ανάγεται τώρα σε αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός καθεστώτος ως φασιστικού ένα μόνο από τα μέσα εγκαθίδρυσής του. Είναι μεν αλήθεια ότι τα φασιστικά κινήματα διακρίνονται από τα παλαιότερα αντιδραστικά κινήματα λόγω τού ότι επιδιώκουν να κερδίσουν τις μάζες χρησιμοποιώντας ασύστολα τα όπλα τής κοινωνικής δημαγωγίας. Ωστόσο, όπως έχει πολλάκις αποδείξει η ιστορία των φασιστικών κινημάτων, η επιθυμία προσεταιρισμού των μαζών δεν εγγυάται από μόνη της την επιτυχία.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι συντηρητικοί ηγέτες τύπου Χούγκενμπεργκ συμβάδιζαν με τους φασίστες ηγέτες όσον αφορά τον τελικό στόχο: τη διαμόρφωση ενός τρομοκρατικού δικτατορικού καθεστώτος, ούτως ώστε να επιτευχθεί η ανατροπή τού κοινοβουλευτικού συστήματος και η συντριβή τού εργατικού κινήματος. Οι συντηρητικοί διανοούμενοι και πολιτικοί είχαν από νωρίς εκφράσει απερίφραστα τις επιθυμίες και τις ανάγκες των κυρίαρχων τάξεων, ανάγκες που οδήγησαν στην εμφάνιση των φασιστικών κινημάτων.
Η νέα αυτή κατάσταση, από την οποία προέκυψαν οι απαιτήσεις των κυρίαρχων κύκλων, είχε περιγραφεί το 1920 από την Κομμουνιστική Διεθνή ως εξής: «Η αστική τάξη όλου τού κόσμου αναπολεί με θλίψη τα περασμένα μεγαλεία της. Τα πολιτικά θεμέλια των εσωτερικών και εξωτερικών της σχέσεων κλονίστηκαν ανεπανόρθωτα. Η σκιά τού μέλλοντος βαραίνει απειλητικά πάνω από τον κόσμο των εκμεταλλευτών. […] Οι έχοντες και οι κατέχοντες ενώνουν τις δυνάμεις τους για αντιμετωπίσουν τα εξής δυο ζητήματα: να βγουν νικητές στη διεθνή πάλη και να εμποδίσουν το προλεταριάτο τής χώρας τους να καταλάβει την εξουσία. […] Οι απειλές είναι πλέον το μοναδικό επιχείρημα των αστών. Η αστική τάξη χόρτασε από λόγια και απαιτεί πράξεις: συλλήψεις, απελάσεις,[ii] κατασχέσεις, εκτελέσεις. […] Ο Λόιντ Τζορτζ λέει ορθά-κοφτά στους γερμανούς υπουργούς να τουφεκίσουν τους κομμουνάρους τους, όπως έκανε και η Γαλλία το 1871».[53]
Είναι φανερό ότι την εποχή αυτή η αστική τάξη εξακολουθούσε να έχει την πρόθεση να χρησιμοποιήσει τις τακτικές δυνάμεις τού στρατού με στρατηγικό στόχο την επιβολή δικτατορίας. Όπως, όμως, διαπιστώνεται στο Μανιφέστο τού 2ου Συνεδρίου τής Κομμουνιστικής Διεθνούς: «Ο επίσημος κρατικός μηχανισμός μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε οργάνωση αιματηρής καταστολής και καταπίεσης των εργατών. Την ίδια στιγμή δημιουργούνται ιδιωτικές αντεπαναστατικές οργανώσεις που τελούν υπό την αιγίδα και την καθοδήγηση τού Κράτους. Στα καθήκοντά τους περιλαμβάνονται το σπάσιμο των απεργιών, οι προβοκάτσιες, ο χαφιεδισμός, η προσπάθεια διάλυσης των επαναστατικών οργανώσεων και των κομμουνιστικών συγκεντρώσεων και συνελεύσεων, η οργάνωση πογκρόμ, οι εμπρηστικές επιθέσεις και οι δολοφονίες επαναστατών ηγετών».[54] Εδώ γίνεται περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών των νεοεµφανιζόµενων φασιστικών οργανώσεων τής εποχής. Ωστόσο, δεν είχε γίνει ακόμα κατανοητό ότι οι οργανώσεις αυτές αντεμάχοντο όχι μόνο τους επαναστάτες εργάτες, αλλά και την ίδια την αστική δημοκρατία. Κανείς δεν μπορούσε τότε να προβλέψει ότι επρόκειτο να εξελιχθούν σε εξαιρετικά επικίνδυνες μαζικές οργανώσεις.
Παρ’ όλ’ αυτά, η Διεθνής περιέγραψε με μεγάλη ακρίβεια τη δεξαμενή από την οποία ο φασισμός αντλούσε τα δυναμικότερα στελέχη του: «Οι γόνοι μεγαλοαστών και μεγαλογαιοκτημόνων, οι αλαφιασμένοι μικροαστοί και όλοι οι υπόλοιποι που έχουν ξεπέσει από την τάξη τους, ανάμεσα στους οποίους εξέχουσα θέση έχουν οι εξόριστοι αστοί και ευγενείς από τη Σοβιετική Ρωσία, αποτελούν αστείρευτη δεξαμενή άντλησης στελεχών για τα εθελοντικά σώματα τής αντεπανάστασης. Δίπλα τους και μάλιστα σε ρόλο εμπροσθοφυλακής βρίσκεται το σώμα των αξιωµατικών που αποφοίτησαν από τη σχολή τού ιμπεριαλιστικού πολέμου. Μετά το πραξικόπημα Καπ-Λίτβιτς είκοσι χιλιάδες περίπου αξιωματικοί καριέρας τού στρατού των Χοεντσόλερν συγκρότησαν τον σκληρό πυρήνα τής αντεπανάστασης, τον οποίο η γερμανική δημοκρατία αδυνατεί να διαλύσει. […] Οι παραστρατιωτικές ομάδες των Φράικορπς, που έχουν εγκατασταθεί στα κτήματα των Γιούνκερς, συμπληρώνουν τη συγκεντρωτική αυτή οργάνωση τρομοκρατών τού παλαιού καθεστώτος».[55]
Όταν λοιπόν η αστική τάξη αισθανθεί έντονα την ανάγκη να ανατρέψει την αστική δημοκρατία και όταν, συγχρόνως, αδυνατεί να ακολουθήσει τη συνήθη τακτική τού δικτατορικού πραξικοπήματος, τότε και μόνο τότε μπορεί να εκκολαφθεί μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον μια μαζική φασιστική οργάνωση. Οι οργανώσεις αυτού τού είδους αποτελούν ένα νέο μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού που προϋπάρχει ανεξάρτητα από αυτές και, ως εκ τούτου, η εμφάνισή τους ήταν και είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις επιδιώξεις των κυρίαρχων τάξεων.
Είναι αυτονόητο ότι η χρήση τού νέου αυτού μέσου επηρεάζει ως ένα σημείο την τελική μορφή των δικτατορικών καθεστώτων που ενδεχομένως επιβληθούν, αλλά το γεγονός ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δεν δικαιολογεί την υπαγωγή τους σε άλλη κατηγορία. Εξακολουθούν συνεπώς να αποτελούν παραλλαγές τού ίδιου καθεστώτος, τής φασιστικής δικτατορίας.
Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία ενός φασιστικού κόμματος δεν απαιτεί διαφορετική στρατηγική από εκείνη τού αγώνα για την ανατροπή μιας φασιστικής στρατιωτικής δικτατορίας. Επομένως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ανεξαρτήτως τού βαθμού στον οποίο ένα φασιστικό καθεστώς έχει αποκτήσει μαζικό έρεισμα, η πάλη για την ανατροπή του απαιτεί πάντοτε και σε κάθε περίπτωση τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής που θα έχει ως στόχο τη συσπείρωση, την οργάνωση και τον συντονισμό όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων.
Το ενιαίο αυτό μέτωπο θα έχει ως πυρήνα του την ενότητα δράσης τής εργατικής τάξης, την αδιάρρηκτη σύνδεση με τις μάζες, τη συνετή χρήση κάθε νομικής δυνατότητας, αλλά και την αξιοποίηση και τον συνδυασμό νόμιμων και παράνομων μεθόδων πάλης. Ο ενιαίος αγώνας όλων των αντιφασιστών αποτελεί τη σημαντικότερη προϋπόθεση για την επιτυχία κάθε αντιφασιστικής στρατηγικής. Αντιστρόφως, στις περιπτώσεις όπου οι αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις εμποδίζουν τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου, η ήττα είναι αναπότρεπτη. Από αυτή τη σκοπιά, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να αφουγκραστεί την ψυχολογία των μαζών, οι προσπάθειές του αυτές θα πέσουν στο κενό. Και αυτό γιατί όσοι επιλέγουν μια στρατηγική που, ακολουθώντας το παράδειγμα τού Βίλχελμ Ράιχ και των οπαδών του,[56] προτάσσει τον παράγοντα τής μαζικής ψυχολογίας έναντι τής πολιτικής πάλης, ξεχνούν ότι η ψυχολογική προδιάθεση και στάση των μαζών καθορίζεται κατά πρώτο λόγο από τα αποτελέσματα τού πολιτικού αγώνα. Η εικόνα τής αήττητης δύναμης που καλλιέργησε ο φασισμός στις μικροαστικές μάζες δεν ήταν παρά η άλλη όψη τής διάσπασης των αντιφασιστικών δυνάμεων. Επομένως για τη μεταβολή τής στάσης των μαζών που παρασύρθηκαν από τη φασιστική δημαγωγία θα πρέπει κατ’ αρχήν να διεξαχθεί πάλη για την ανατροπή τού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ τού αντιφασισμού, υπέρ τής συσπείρωσης όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων.
Ας θυμηθούμε τα επιχειρήματα με τα οποία ο Τολιάτι επιχειρεί να εξηγήσει ότι ο «ολοκληρωτικός» χαρακτήρας τού ιταλικού φασισμού προκύπτει ευθύς εξ αρχής από τη σύνδεσή του όχι με το φασιστικό κόμμα αλλά με την ιταλική μονοπωλιακή αστική τάξη. Στο ερώτημα «ποια πορεία θα ακολουθήσει ο φασισμός;», ο Τολιάτι έδωσε μια απάντηση που οδηγεί απευθείας στον πυρήνα τού φαινομένου: «το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να εκτελεί τις εντολές τού κυρίου του, τις εντολές τής αστικής τάξης».[57] Και συνεχίζει: «κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτει το ολοκληρωτικό φασιστικό καθεστώς. Ο φασισμός δεν γεννιέται, αλλά γίνεται ολοκληρωτικός, τη στιγμή που οι κυρίαρχοι αστικοί κύκλοι αγγίξουν τον μέγιστο βαθμό οικονομικής και πολιτικής τους ενοποίησης. Διότι πηγή και αυτής τής ίδιας τής ιδέας τού ολοκληρωτισμού δεν είναι η φασιστική ιδεολογία. Ο ολοκληρωτισμός πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως η αντανάκλαση τής επελθούσας μεταβολής και συνάμα τής κυριαρχίας τού χρηματιστικού κεφαλαίου. […] Αν η αστική τάξη αλλάξει τις αντιλήψεις της, ο φασισμός οφείλει να την ακολουθήσει κατά πόδας!»[58]
Αυτή η θέση τού Τολιάτι μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη για να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά των παραλλαγών τού φασισμού που εμφανίστηκαν στην Ανατολική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτή η ιδιαίτερη μορφή τού φασισμού προέκυψε από τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν σε χώρες περιορισμένης καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίες βρίσκονταν σε σχέση εξάρτησης από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κατά την εποχή τής γενικής κρίσης τού καπιταλισμού και, μάλιστα, τη στιγμή κατά την οποία το αστικό σύστημα δεχόταν ισχυρές πιέσεις.
Λόγω τής χρονικής καθυστέρησης τής καπιταλιστικής ανάπτυξης, η διαδικασία τής συγκρότησης τού χρηματιστικού κεφαλαίου, που είχε μόλις πραγματοποιηθεί στις χώρες αυτές, δεν διέθετε ακόμη τη δυναμική που θα επέτρεπε τον συγκερασμό των αντιτιθεμένων συμφερόντων των διαφόρων ομάδων και μερίδων τής αστικής τάξης στο πλαίσιο ενός ενιαίου κόμματος. Ως εκ τούτου, το κοινό ταξικό τους συμφέρον, που συνίστατο στη χειραγώγηση τής εργατικής τάξης και στην καταστροφή τής επαναστατικής εμπροσθοφυλακής της, δεν μπορούσε να εκφραστεί μέσω ενός μονοκομματικού συστήματος, αλλά μόνο μέσω ενός προσωποπαγούς καθεστώτος, μέσω δηλαδή τής καλλιέργειας τής λατρείας προς το πρόσωπο ενός ανώτατου ηγέτη, προστάτη και σωτήρα τής πατρίδας, ο οποίος ασκούσε απόλυτη εξουσία χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο τού κοινοβουλίου ή τής κυβέρνησης.
Το γεγονός τής διατήρησης τού πολυκομματικού συστήματος στα εν λόγω καθεστώτα δικαιολογείται από το ότι το πολυκομματικό σύστημα εξέφραζε στις χώρες αυτές τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τη διασφάλιση επιρροής, όπως επίσης και τον προσανατολισμό απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις των διαφόρων μερίδων των εγχώριων κυρίαρχων τάξεων.
Η πολύ ισχυρή οικονομική και πολιτική θέση που διατηρούσαν στα εν λόγω καθεστώτα οι ευγενείς-μεγαλογαιοκτήμονες ήταν επίσης συνέπεια τής αδύναμης εγχώριας καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι εκπρόσωποι των τάξεων αυτών κατείχαν θέσεις-κλειδιά στη διοίκηση και στον στρατό. Η άνοδος τού φασισμού στην εξουσία συνέβαλε όχι μόνο στην υπεράσπιση μέσω τής τρομοκρατικής βίας τού καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και στη διαιώνιση των εγχώριων αγροτικών δομών που λειτουργούσαν ως τροχοπέδη για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτός ήταν και ο λόγος που στις χώρες αυτές ο φασισμός δεν μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο-μοχλού για την επίσπευση τής ανάπτυξης, πράγμα που απαιτεί τα γαιοκτημονικά συμφέροντα, ενδεχομένως αντίθετα προς τα συμφέροντα τού χρηματιστικού κεφαλαίου, να τεθούν σε δεύτερη μοίρα.[59]
Εν προκειμένω, ο φασισμός ήρθε στην εξουσία πραξικοπηματικά, πριν δηλαδή συγκροτηθεί ένα μαζικό φασιστικό κόμμα. Λόγω τής απουσίας ενός μαζικού φασιστικού κινήματος, υποχρεώθηκε να αναζητήσει άλλα στηρίγματα μεταξύ των λαϊκών μαζών και, πιο συγκεκριμένα, μεταξύ τμημάτων τής εργατικής τάξης. Στράφηκε έτσι στη δεξιότερη πτέρυγα τής σοσιαλδημοκρατίας και των συνδικάτων — στην πτέρυγα με τα ισχυρότερα αντικομμουνιστικά ανακλαστικά — και προσφέρθηκε να εξαγοράσει τη συναίνεσή τους με αντάλλαγμα ένα «πινάκιο φακής», τη νομική κατοχύρωση τής λειτουργίας των οργανώσεών τους: «Σε ορισμένες χώρες, και κύρια εκεί όπου δεν έχει πλατειά βάση μέσα στις μάζες και όπου ο αγώνας ανάμεσα στις ξεχωριστές ομάδες στο ίδιο το στρατόπεδο τής φασιστικής μπουρζουαζίας είναι αρκετά σκληρός, [ο φασισμός] δεν αποφασίζει να διαλύσει το κοινοβούλιο και αφήνει στα άλλα αστικά κόμματα καθώς και στη σοσιαλδημοκρατία μια σχετική νομιμότητα».[60]
Τα φασιστικά καθεστώτα στη Βουλγαρία και στην Ουγγαρία, όπως και αργότερα το καθεστώς τού Πιλσούντσκι στην Πολωνία, υποχρεώθηκαν να νομιμοποιήσουν τα μη ρεφορμιστικά κόμματα, αλλά αυτά τα βήματα προόδου που πραγματοποιήθηκαν χάρη στην ενίσχυση τού αντιφασιστικού αγώνα[61] δεν οδήγησαν τελικά στην ανατροπή των φασιστικών καθεστώτων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, διαπιστώνουμε ότι τις περιόδους επιφανειακής φιλελευθεροποίησης διαδέχονται περίοδοι έντασης τής τρομοκρατίας με στόχο την συντριβή τής εμπροσθοφυλακής τής εργατικής τάξης. Ωστόσο, όπως γίνεται φανερό, αυτές οι περίοδοι προσωρινής υποχώρησης των φασιστικών καθεστώτων δεν είναι παρά ένα είδος ελιγμού. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο ο Δημητρόφ στο 7ο Συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς, είναι πολύ πιθανό «τη στιγμή τής ιδιαίτερης όξυνσης τής κατάστασής του, να προσπαθήσει ο φασισμός να πλατύνει τη βάση του και, χωρίς να αλλάξει την ταξική του υπόσταση, να συνδυάσει την ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία με μιαν άγαρμπη παραποίηση τού κοινοβουλευτισμού».[62]
Μτφρ.: Waltendegewalt
Σημειώσεις
43.Dimitrov, G., Œuvres choisies, τόμ. I σελ. 440. Εξυπακούεται ότι η αντίληψη που εκφράζει ο Δημητρόφ, όταν κάνει λόγο για την επιβολή «από τα πάνω» ενός φασιστικού καθεστώτος, δεν έχει καμία σχέση με την απαράδεκτη για τους μαρξιστές ιδέα σύμφωνα με την οποία ο φασισμός συνιστά ένα κίνημα διαμαρτυρίας μικροαστικής προέλευσης που επιβάλλεται «από τα πάνω». Όπως αποδεικνύεται από την ιστορική εμπειρία και όπως επανειλημμένα τόνισε και ο ίδιος ο Δημητρόφ, ο φασισμός, κατά γενικό κανόνα, ανεβαίνει στην εξουσία με αποκλειστικό σκοπό να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα τής κυρίαρχης εκμεταλλευτικής τάξης, πράγμα που αναγνωρίζεται ακόμα και από αστούς ιστορικούς, όπως, για παράδειγμα, από τον Βόλφγκανγκ Σίντερ (βλ. Schieder, Wolfgang, «Faschismus», Sowjetsystem und demokratische Gesellschaft. Eine vergleichende Enzyklopädie, τόμ. II, Fribourg – Bâle – Vienne, 1968, στήλ. 473).
44.Για λεπτοµερέστερη εξέταση τού καθεστώτος Πιλσούντσκι βλ. Manusevil, A. J., «Uistokov “sanazii”», Novaja i novejlaja istorija, 3/1974, σελ.156 και εξής· για λεπτοµερέστερη εξέταση τού καθεστώτος Χόρτυ, βλ. Strassenreiter, Die Vereinigung.
45.Δες για παράδειγμα τον πολωνό ιστορικό Larnowski, J., «Authoritarian regimes in central and south-eastern Europe in the inter-war period – analogies and differences», (Summary), στο Dyktatury w Europie środkowo-wschodniej, 1918-1939; Konferencja naukowa w Instytucie Historii Polskiej Akademii Nauk, 2-3 XII, 1971, Wrocław – Warszawa – Kraków – Gdańsk 1973, σελ. 39 και εξής.
46.Dimitrov, G., Œuvres choisies, τόμ.I, σελ.680.
47.Αυτόθι, σελ.679
48.Kühnl, Reinhard, Probleme einer Theorie über den internationalen FaschismusΒ΄ μέρος: Empirische Untersuchung und theoretische Interpretation, Politische Vierteljahresschrift, Opladen, έτ. XVIe, 1975, σελ.104· δες, επίσης, Kühnl, R., FaschismustheorienTexte zur Faschismusdiskussion 2. Ein Leitfaden, Hambourg, 1979, σελ.192 και εξής, σελ.231 και εξής.
49.Kühnl, R., Probleme einer Theorie, σελ.104.
50.Longo, L., Die internationalen Brigaden in Spanien, Berlin, 1958, σελ.201 και εξής.
51.Εισήγηση Δημητρόφ στο 7ο Παγκ. Συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς (Oeuvres choisies)· δες επίσηςGeschichte des zweiten Weltkrieges 1939–1945, τόμ.1, σελ.129.
52.Όσον αφορά τη σημασία τής φασιστικής ιδεολογίας, δες Togliatti, Lektionen, σελ. 15 και εξής.
53.«Μανιφέστο τού 2ου Συνεδρίου τής Κομμουνιστικής Διεθνούς», Μανιφέστα – Θέσεις και αποφάσεις των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων τής Κομμουνιστικής Διεθνούς 1919-1923 (Bibliothèque communiste, Ιούνιος 1934), ανατύπ. σε πανομοιότυπο, François Maspéro, 1972, σελ.76.
54.Αυτόθι.
55.Αυτόθι.
56.Δες Kühnl, R., Faschismustheorien, σελ.110 και εξής.
57.Togliatti, Lektionen, σελ.27.
58.Αυτόθι, σελ.30. Η εν λόγω έννοια στον Τολιάτι δεν έχει, προφανώς, καμία σχέση με αυτή των σύγχρονων θεωρητικών τού «ολοκληρωτισμού» — σύμφωνα με τους οποίους ο ολοκληρωτισμός συνιστά μια κατάσταση απόλυτης κυριαρχίας που πηγάζει από ένα κέντρο εξουσίας (το παντοδύναμο κυβερνητικό κόμμα, χωρίς να αποκλείεται και η περίπτωση τής προσωποπαγούς εξουσίας) και η οποία ασκείται πάνω στο σύνολο της κοινωνίας, πάνω σε όλες τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα. Αντιθέτως, στον Τολιάτι, η έννοια αναφέρεται αποκλειστικά στη νόμιμη άνοδο και παρουσία τού φασιστικού κόμματος στην εξουσία.
59.Gossweiler, Kurt, Alfred Schlicht, «Junker und NSDAP 1931/32», ZfG, 4/1967, σελ.644-662· δες, επίσης, Gossweiler, Kurt, Aufsätze zum Faschismus, Pahl-Rugenstein, 1988, μέρος 1, σελ.230· Gossweiler, Kurt, «Junkertum und Faschismus», Wissenschaftliche Zeitschrift der Humbold-Universität zu Berlin, Gesellschafts- und sprachwissenschaftliche Reihe, XXII (1973), 1/2, σελ.19-26· δες, επίσης, Gossweiler, Kurt, Aufsätze zum Faschismus, Pahl-Rugenstein, 1988, μέρος 1, σελ.260.
60.Dimitrov, G., Œuvres Choisies, τόμ.I, σελ.595.
61.Kalbe, Über die faschistische Dictatur, σελ.753 και εξής (για τη Βουλγαρία).
62.Dimitrov, G., ό.π. σελ.596.

Προβληματισμοί για τη γερμανική οικονομία


Χαρακτηριστικά στοιχεία των δυσκολιών και αντιφάσεων που αντιμετωπίζει η καπιταλιστική οικονομία και σε ισχυρά κράτη, όπως στη Γερμανία, τους φόβους του κεφαλαίου για ένα νέο κύκλο οικονομικής κρίσης, όπως επίσης και το γιατί ο εργασιακός μεσαίωνας θωρακίζει την καπιταλιστική κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα, περιέχονται σε ενημερωτικό δελτίο για το β' τρίμηνο φέτος, που απέστειλε πρόσφατα στην Αθήνα η ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο, με αντικείμενο τις οικονομικές εξελίξεις στη Γερμανία.
Η πρεσβεία, επικαλούμενη μελέτη του γερμανικού Ιδρύματος «Bertelsmann Stiftung», υπό τον τίτλο «Γερμανικές εξαγωγές: ένδειξη ανωτερότητας ή κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία;», αναφέρει σχετικά με τις εξαγωγικές επιδόσεις της Γερμανίας:
«Τα εμπορικά πλεονάσματα έχουν ευεργετικό αντίκτυπο στην οικονομία, καθώς αυξάνουν τα φορολογικά έσοδα, στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή και την απασχόληση, μειώνοντας αντιστοίχως την απαραίτητη κρατική δαπάνη για επιδόματα ανεργίας και λοιπές κοινωνικές παροχές. Επιτρέπουν τη δημιουργία ρευστών διαθεσίμων και αποθεματικών, τα οποία δύνανται να διοχετευτούν σε προγράμματα δημοσίων επενδύσεων, αλλά και να προσφέρουν διασφάλιση έναντι μελλοντικών κινδύνων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, δύνανται να αποτελέσουν πηγή μελλοντικών κινδύνων για την γερμανική οικονομία, καθώς:
1. Η υπερβολική εξάρτηση από τις εξαγωγές δύναται να προκαλέσει ιδιαίτερα ισχυρές αναταράξεις, σε περίπτωση μίας νέας παγκόσμιας ύφεσης.
2. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναυσμα λήψεως, από πλευράς των εμπορικών εταίρων της Γερμανίας, προστατευτικών αντιμέτρων, τα οποία θα έπλητταν καίρια μία εξηρτημένη από τις εξαγωγές οικονομία, όπως η γερμανική.
Παράλληλα, λόγω των υπερβολικών εμπορικών πλεονασμάτων, η Γερμανία κατηγορείται από χώρες με χαμηλότερα επίπεδα απασχόλησης ότι, ακολουθώντας πολιτική συνεχούς εξαγωγικής επέκτασης, στην ουσία εξάγει την ίδια ανεργία προς αυτές».
***
Η πρεσβεία προσθέτει, καταγράφοντας τους προβληματισμούς και τη σχετική διαπάλη στους κόλπους της γερμανικής αστικής τάξης: «Εν κατακλείδι, οι υψηλές επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας στον εξαγωγικό τομέα και τα εμπορικά πλεονάσματα δεν θεωρούνται αρνητικά αφ' εαυτού. Προβληματισμός, ωστόσο, εγείρεται εκ του αντικτύπου της επισώρευσης υψηλών πλεονασμάτων επί σειράς ετών, τόσο στην ίδια την γερμανική οικονομία, επιτείνοντας την μονοδιάστατη εξαγωγική της εξάρτηση, όσο και στο πεδίο των εμπορικών της σχέσεων, υπό τον κίνδυνο πιθανών αντιμέτρων και εμπορικών "πολέμων". Ειδικά, η απουσία "μηχανισμού εξισορρόπησης", ήτοι της ανατίμησης του εθνικού νομίσματος, λόγω της συμμετοχής της Γερμανίας στην Ευρωζώνη, η οποία θα λειτουργούσε εξισορροπητικά έναντι της επισώρευσης υπερβολικών εμπορικών πλεονασμάτων, καθιστά απαραίτητη την ενεργοποίηση κρατικών πολιτικών για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης και κατανάλωσης και της, με αυτά συνδεόμενης, αύξησης των εισαγωγών».
Αντικειμενικά, μια τέτοια συζήτηση στο εσωτερικό της γερμανικής αστικής τάξης εμπλέκεται με τους προβληματισμούς και τις συζητήσεις για το μέλλον και τις προοπτικές της ΕΕ και της Ευρωζώνης, καθώς και των σχέσεων της Γερμανίας με αλλα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη όπως η ΗΠΑ, η Ρωσία κ.λπ., με τα οποία διατηρεί στενές οικονομικές σχέσεις.
***
Στο ίδιο ενημερωτικό δελτίο γίνεται εκτενής αναφορά στα «επαγγέλματα μειωμένου ωραρίου», τα λεγόμενα «mini jobs».
Επικαλούμενη η πρεσβεία έρευνα που διεξήγαγε το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών RWI σχετικά με το θέμα, στο πολυπληθέστερο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας - Βεστφαλίας, το οποίο θεωρείται και πλέον αντιπροσωπευτικό της Γερμανίας συνολικά, κατέληξε στα εξής αποτελέσματα:
Μία στις πέντε δουλειές στη Γερμανία συνιστά εργασία μειωμένου ωραρίου. Σε σύνολο 31 εκατ. απασχολουμένων, το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 7 εκατ. εργαζομένους. Σε αυτήν την κατηγορία απασχόλησης η αμοιβή δεν υπερβαίνει τα 450 ευρώ, ενώ ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να καταβάλλει «κοινωνικές εισφορές».
«Στόχος αρχικά ήταν η διευκόλυνση με τον τρόπο αυτό της εισόδου στην αγορά εργασίας. Εντούτοις, προηγούμενες μελέτες καταδεικνύουν ότι η μεταπήδηση, τελικά, σε επαγγέλματα πλήρους ωραρίου παραμένει σπάνια. Χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ το 2012 14% των εργαζομένων μειωμένου ωραρίου δήλωνε ότι απώτερος σκοπός τους ήταν η μετάβαση κάποια στιγμή σε εργασία πλήρους απασχόλησης, το 2016 το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε 9%. Η πλειονότητα, δηλαδή, αντιμετωπίζει την μειωμένη απασχόληση ως πηγή πρόσθετου εισοδήματος και δεν επιθυμεί καμία αλλαγή», δίνει την εξήγησή της η πρεσβεία, επικαλούμενη προφανώς την προαναφερθείσα μελέτη και εξωραΐζοντας την καταδίκη των εργαζομένων σήμερα, παντού στην ΕΕ, κατ' απαίτηση του κεφαλαίου, σε μειωμένα και ελαστικά ωράρια, με μισθούς - χαρτζιλίκι, και ανύπαρκτα δικαιώματα.
Αλλωστε, όσο κι αν προσπαθούν να καλλωπίσουν την πραγματικότητα, δίνουν και οι ίδιοι μια εικόνα της φτώχειας και καταπίεσης για τους εργαζόμενους σε μια από τις θεωρούμενες ως «ατμομηχανές» της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας:
«Το 2012, άνω του ημίσεος των απασχολουμένων υπό καθεστώς μειωμένου ωραρίου ελάμβανε λιγότερο από 8,50 ευρώ την ώρα. Το 2016 το αντίστοιχο ποσοστό είχε μειωθεί στο 15%. Το μεγαλύτερο τμήμα των ημιαπασχολουμένων (40%) λαμβάνει ακριβώς τον κατώτατο μισθό ή και έως 9,99 ευρώ την ώρα. Το μέσο ωρομίσθιο, σημειώνοντας αύξηση 13%, διαμορφώθηκε στο επίπεδο των 10,63 ευρώ, ενώ ο αριθμός εργαζομένων μειωμένου ωραρίου σημείωσε πτώση». Το ωρομίσθιο αυτό, βέβαια, πρέπει να εκτιμηθεί σε αντιπαραβολή και με το γερμανικό κόστος ζωής.
Και ακόμα: «Οσον αφορά στο καθεστώς ασφάλισης και εργασιακών δικαιωμάτων (άδεια μετ' αποδοχών, αναρρωτική άδεια, διαλείμματα εν ώρα εργασίας), παρά τη σχετική βελτίωση από το 2012 και εντεύθεν, λιγότερο από το ήμισυ των εργαζομένων επωφελείται των σχετικών δυνατοτήτων».

Αγώνας ενάντια στο αντεργατικό πλαίσιο




Η τροπολογία που κατέθεσε το ΚΚΕ στη Βουλή, την περασμένη Δευτέρα, σχετικά με τους «εγκλωβισμένους» εργαζομένους, όπως ευφάνταστα τους βάφτισε η κυβερνητική προπαγάνδα, αφορά χιλιάδες εργαζομένους σε όλους τους κλάδους που η εργοδοσία κρατά ομήρους, να δουλεύουν επί μήνες, ακόμα και χρόνια σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς να τους πληρώνει αλλά και χωρίς να τους απολύει, για να μην πληρώνει αποζημιώσεις.
Τα σχετικά παραδείγματα που αποτύπωσε ο «Κυριακάτικος Ριζοσπάστης» και αφορούν εκατοντάδες εργαζόμενους σε κλινικές, εργοτάξια, βιομηχανίες, σε επιχειρήσεις στο Εμπόριο, είναι ενδεικτικά μόνο του αίσχους που ζουν χιλιάδες εργαζόμενοι, ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης.
Σε αντίθεση με τον νεολογισμό «εγκλωβισμένοι» που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση, παραπέμποντας λίγο - πολύ σε φυσικό φαινόμενο, αλλά και σε αντίθεση με την προσπάθεια υποβάθμισης του φαινομένου ως «ακραίου», η τακτική αυτή της εργοδοσίας, που γενικεύεται στους χώρους δουλειάς, αποτελεί καραμπινάτο αποτέλεσμα της σκληρής ταξικής πολιτικής που υλοποιεί και η σημερινή κυβέρνηση, σε συνέχεια όλων των προηγούμενων.
Και εδώ μάλιστα επιβεβαιώνεται πως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα σημεία της αντεργατικής πολιτικής, από τη γενίκευση της ευελιξίας έως το ζήτημα των Συμβάσεων, όχι μόνο δεν καταργεί το προηγούμενο αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο που έχουν στα χέρια τους οι καπιταλιστές, αλλά πατώντας πάνω σε αυτό και παρουσιάζοντας προκλητικά ότι τάχα «δίνει λύσεις» προς όφελος των εργαζομένων, το επεκτείνει περαιτέρω.
Απόδειξη είναι και το πρόγραμμα για τους «εγκλωβισμένους» με πόρους του ΕΣΠΑ που ανακοίνωσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός από το υπουργείο Εργασίας, που στην πραγματικότητα έρχεται να απαλλάξει τους επιχειρηματίες από την υποχρέωση να πληρώσουν τα δεδουλευμένα, να τους απαλλάξει από την απόδοση αποζημιώσεων και όλων των εργασιακών δικαιωμάτων στους εργαζόμενους, κάνει πλάτες στην εργοδοσία ώστε χωρίς την παραμικρή συνέπεια να εξαναγκάζει τους εργαζόμενους σε αποχώρηση από τη δουλειά.
Αυτό το αντεργατικό οπλοστάσιο που έχουν στα χέρια τους οι καπιταλιστές, με τη νομοθέτηση όλων των αστικών κυβερνήσεων διαχρονικά, αποτελεί και τη βάση με την οποία δικάζει και η αστική Δικαιοσύνη, δημιουργώντας και την αντίστοιχη νομολογία και τα «δεδικασμένα», όπως η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου που χαρακτηρίζει «καταχρηστικές» τις επισχέσεις εργασίας για τους απλήρωτους εργαζόμενους όταν η εργοδοσία επικαλείται «οικονομική δυσπραγία» ή η προηγούμενη απόφαση που αποφαίνεται ότι ακόμη και η μακροχρόνια καθυστέρηση στην απόδοση των μισθών από την εργοδοσία δεν αποτελεί «βλαπτική μεταβολή» για τον εργαζόμενο.
Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, η τροπολογία που κατέθεσε το ΚΚΕ προβλέπει συνοπτικά ότι ανεξαρτήτως της αιτίας που επικαλείται ο εργοδότης η καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, και προβλέπει - στο δεύτερο μέρος της - την αυστηροποίηση του θεσμικού πλαισίου για τους εργοδότες, χρηματική ποινή και ποινή φυλάκισής τους, καθώς και εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων με τη διαδικασία του αυτόφωρου.
Η κυβέρνηση έσπευσε με σχετική ανακοίνωση να δηλώσει ότι θα κάνει δεκτή την τροπολογία του Κόμματος, όμως μόνο ως προς το πρώτο της μέρος και όχι το δεύτερο, που αφορά την αυστηροποίηση του θεσμικού πλαισίου και τις συνέπειες για τους εργοδότες.
Το ζήτημα του «ξηλώματος» του αντεργατικού οπλοστασίου, που δίνει αβάντα στο κεφάλαιο να ξεσαλώνει στους χώρους δουλειάς για την ανάκαμψη των κερδών του, αποτελεί συνολικά υπόθεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Δυναμώνοντας την οργάνωση και τον αγώνα των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς, παλεύοντας για την ανάκτηση των απωλειών αλλά και για την ικανοποίηση όλων των σύγχρονων αναγκών, σε σύγκρουση με το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του.

1 Αυγ 2017

Η Google ανέπτυξε έναν αλγόριθμο για τα fake news, που μάλλον κυνηγάει μόνο αντιπολεμικές ιστοσελίδες


Απ’ ό,τι φαίνεται, την αλήθεια λένε μόνο όσοι θέλουν να βομβαρδίσουν κάτι.
Το εργάκι με τα ΜΜΕ είναι λίγο πολύ γνωστό. Σου δείχνουν κάποιον που πεινάει, για να σου πουν ότι ζεις με περισσότερα απ’ όσα αξίζεις. Σου δείχνουν ένα σκάνδαλο διαφθοράς, για να σου πουν ότι φταίει κάποιο συγκεκριμένο άτομο για το υπό κατάρρευση οικονομικό σύστημα. Σου δείχνουν έναν δικτάτορα, για να σου πουν ποια μεριά του πλανήτη θα κομματιάσουν αυτή τη βδομάδα.
Εκατοντάδες χιλιάδες εργατοώρες, αφιερώνονται παγκοσμίως στην παρουσίαση γεγονότων που θα συμβάλλουν προς αυτή τη την κατεύθυνση. Τις περισσότερες φορές απλά παρουσιάζοντας μια είδηση έτσι όπως συμφέρει να παρουσιαστεί και αλλά φορές κατασκευάζοντας μια είδηση απ’ το μηδέν. Δημιουργώντας δηλαδή hoaxes όπως τα είχαμε μάθει, ή fake news όπως προτιμούν να τα αποκαλούν οι Δημοκρατικοί των ΗΠΑ.
Μετά και την εκλογή του Τραμπ, οι φωνές που ήθελαν μεγαλύτερη πίεση ενάντια στη δημοσιοποίηση και τη διασπορά των fake news, αυξήθηκαν. Κολοσσοί ενημέρωσης, κοινωνικών δικτύων, αλλά και απλών πολυεθνικών όπως η Apple, δεσμεύτηκαν να κάνουν ό,τι μπορούν, ώστε ψεύτικες ειδήσεις, να μη γίνονται τόσο εύκολα γνωστές, όσο πριν. Καλή ευκαιρία βρήκαν επίσης και διάφοροι κομπογιαννίτες του διαδικτύου, που υπόσχονταν πως με το δικό τους αλγόριθμο μπορεί κανείς να βρει αμέσως τα fake news και “σας παρακαλούμε αν θέλει κάποιος να μας δώσει ένα ευρώ για να το τελειοποιήσουμε”.
Ναυαρχίδες της παγκόσμιας ενημέρωσης, όπως η Washington Post, της οποίας το αφεντικό έχει εμπορικές συναλλαγές με τη CIA ύψους 600 εκατ. δολαρίων, κατάφεραν να βρεθούν στην ιδιότυπη θέση να είναι ταυτόχρονα δημιουργοί αλλά και διώκτες των ψεύτικων ειδήσεων. Έτσι η φυλλάδα που είχε βγάλει την είδηση για τους Ρώσους χάκερς που πήραν τον έλεγχο του ηλεκτρικού δικτύου του Βερμόντ, δημοσίευσε επίσης (για το καλό μας) και μια λίστα με ιστοσελίδες που ίσως πρέπει να αποφεύγουμε αν θέλουμε έγκαιρη ενημέρωση.
Η Google ανέπτυξε έναν αλγόριθμο για τα fake news, που μάλλον κυνηγάει μόνο αντιπολεμικές ιστοσελίδες
Το περίεργο με αυτή τη λίστα, είναι πως στο μεγαλύτερο κομμάτι της, περιέχει αντιπολεμικές και αριστερές ιστοσελίδες, κάποιες από τις οποίες μάλιστα είναι πολύ πιο αξιόπιστες από τη φυλλάδα της CIA.
Όπως ήταν φυσικό, μία τόσο έγκριτη λίστα μίας τόσο έγκριτης φυλλάδας, δε θα έπρεπε και δε θα μπορούσε να μείνει αναξιοποίητη. Και αυτό ακριβώς σκέφτηκε και η Google. Η μηχανή αναζήτησης δηλαδή που χρησιμοποιεί ο πλανήτης, για να μάθει αν κάτι έχει γίνει ή όχι. Και συνήθως αν δεν υπάρχει στο google, δεν υπάρχει και στο ίντερνετ και άρα δεν έχει γίνει.
Η εταιρεία λοιπόν που έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα τόσα πολλά πράγματα δωρεάν, αποφάσισε ξανά από την καλή της την καρδιά, να αναπτύξει έναν δικό της αλγόριθμο που θα μειώνει ή και θα εξαφανίζει τα fake news από τα αποτελέσματα αναζήτησης των χρηστών της.
Ένα πρόβλημα που προέκυψε από τον καιρό που δημιουργήθηκε αυτός ο αλγόριθμος, είναι πως αντιπολεμικές και αριστερές ιστοσελίδες, άρχισαν να πέφτουν σε επισκεψιμότητα με σταθερό ρυθμό. Και ναι, μπορεί ξαφνικά μια μέρα του Ιανουαρίου του 2017 να αποφάσισαν οι περισσότεροι αριστεροί στον πλανήτη, να μην είναι τόσο ενάντια στον πλανήτη και να μην ενημερώνονται πλέον από το μέσα που είχαν επιλέξει μέχρι τότε. Είναι ένα ενδεχόμενο, πράγματι. Ένα άλλο ενδεχόμενο όμως, είναι πως εκείνος ο αλγόριθμος της Google, είναι ένας τύπος που τον λένε αλγόριθμο, κάθεται σε ένα γραφείο της Google και κόβει όσες σελίδες δεν αρέσουν στην πολεμική βιομηχανία.
Πρώτο έκανε την καταγγελία το World Socialist Web Site, σε άρθρο του που αναλύει πώς μειώθηκε η κίνησή του, σε συνάρτηση μάλιστα με συγκεκριμένες λέξεις που μπορεί να αναζητούσε κάποιος χρήστης ενώ ταυτόχρονα μια πρόχειρη παρουσίαση έκανε και για άλλες σελίδες.
Η Google ανέπτυξε έναν αλγόριθμο για τα fake news, που μάλλον κυνηγάει μόνο αντιπολεμικές ιστοσελίδες
Και πράγματι αν κάποιος κοιτάξει το πώς κινήθηκε η επισκεψιμότητα αυτών των σελίδων το τελευταίο εξάμηνο, θα δει μια ομοιόμορφη και σταθερή πτωτικότητα.

Η Google ανέπτυξε έναν αλγόριθμο για τα fake news, που μάλλον κυνηγάει μόνο αντιπολεμικές ιστοσελίδες
Η Google ανέπτυξε έναν αλγόριθμο για τα fake news, που μάλλον κυνηγάει μόνο αντιπολεμικές ιστοσελίδες
Η Google ανέπτυξε έναν αλγόριθμο για τα fake news, που μάλλον κυνηγάει μόνο αντιπολεμικές ιστοσελίδες
Και ναι, μπορεί όλα αυτά να είναι θεωρίες συνωμοσίας Μπορεί πράγματι, μια εταιρεία που μονοπωλεί το ίντερνετ και τη διαδικτυακή ενημέρωση, να μην έχει καμία πρόθεση να συνεργαστεί σε επίπεδο προπαγάνδας με την πολεμική βιομηχανία και μια μυστική υπηρεσία, για να προωθήσει την άποψη πως πρέπει να βομβαρδίσουμε τα πάντα. Μπορεί και να έχει.
Μπορεί επίσης αυτό που ξεκινάει σιγά-σιγά από το εξωτερικό, να έρθει κάποια στιγμή και στην Ελλάδα. Μπορεί μία μέρα το πιο αξιόπιστο αλλά και μοναδικό μέσο ενημέρωσης στην Ελλάδα να θεωρείται το Πρώτο Θέμα. Μπορεί σε κάποιο σημείο, να μην μπορείτε να βρείτε κανένα άρθρο σε κάποια αναζήτηση στο google, που να μην έρχεται από την Καθημερινή, τη Lifo, το Vice και τον Σκάι. Ή μπορεί να είμαστε εμείς πολύ καχύποπτοι με την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Όπως και να ‘χει όμως, δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό, γιατί ιδιωτική εταιρεία είναι. Σε όποιον δεν αρέσει, να μην τη χρησιμοποιεί. Μπορεί να χρησιμοποιεί άλλες μηχανές αναζήτησης. (;)

Καλύτερα δεν γίνεται…





Καλύτερα δεν γίνεται…

 

 
 
Αν ο πολιτικός στόχος της κυβέρνησης είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών όπως αυτές είναι διατυπωμένες- και νομοθετημένες- μέσα στα μνημόνια, τότε η κυβέρνηση πράγματι μπορεί να υπερηφανεύεται ότι (έχει) κάνει καλή δουλειά.

Και έχει κάνει καλή δουλειά γιατί πρώτον, ικανοποιεί αυτούς που έχουν την πραγματική εξουσία στον τόπο δηλαδή τους δανειστές και δεύτερον γιατί ευνουχίζει από πολιτικά επιχειρήματα την αξιωματική αντιπολίτευση καθώς δεν έχει τίποτε περισσότερο να προσφέρει στους δανειστές παρά μόνο τη διαθεσιμότητά της να συνεχίσει το θεάρεστο αυτό έργο από το σημείο που θα το αφήσει κάποια στιγμή η παρούσα κυβέρνηση.


Υπάρχει, ωστόσο, ένα αρχικό και βασικό πρόβλημα/ ερώτημα  το οποίο αφορά και στα δύο κόμματα εξουσίας (καθώς και σε όλα εκείνα τα κόμματα που ξερογλείφονται  για ένα κοκαλάκι της): ο στόχος που θέτουν οι κυβερνήσεις,  δηλαδή η ικανοποίηση των απαιτήσεων των (μνημονίων) δανειστών, που οδηγεί τη χώρα και τους κατοίκους της;

Μια πρώτη εικόνα για το που βρισκόμαστε είναι η παρακάτω:

Ποσοστό ανεργίας των νέων 47%
  Μείωση μισθών τα τελευταία 6 χρόνια 40%
  Μείωση συντάξεων τα τελευταία 6 χρόνια 55%
  Πραγματικό ποσοστό ανεργίας 31%

Μια δεύτερη εικόνα για το που μάμε  είναι η ακόλουθη (από την Καθημερινή τα στοιχεία) και έχει να κάνει με τις αμοιβές που έχουν διαμορφωθεί στην πιάτσα για όσους έχουν ακόμη εργασία:

1. Οι ασφαλισμένοι της ηλικιακής ομάδας 15-19 ετών είναι μόλις 33.000 άτομα και η μέση αμοιβή διαμορφώνεται στα 315,34 ευρώ μεικτά ή στα 264,88 ευρώ αν αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές του εργαζομένου. Το 2009, οι νέοι ηλικίας 18 ετών εισέπρατταν 548 ευρώ μεικτά (κατά μέσο όρο), κάτι που σημαίνει ότι από τότε μέχρι σήμερα έχουν χάσει το 42% του μισθού τους.

2. Στην ηλικιακή ομάδα 20-24 ετών, η μέση αμοιβή έχει υποχωρήσει στα 454 ευρώ μεικτά ή στα 381 ευρώ καθαρά. Σε σύνολο περίπου δύο εκατομμυρίων ασφαλισμένων μισθωτών στο ΙΚΑ, στην ηλικιακή ομάδα των 20-24 ετών ανήκουν αυτήν τη στιγμή 178.000 άτομα, δηλαδή περίπου οι 8 στους 100. Και για τους ηλικίας 20 ετών, η μέση μείωση αποδοχών ανέρχεται στο 42% συγκριτικά με τον Δεκέμβριο του 2009.

3. Η ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών με 257.198 «εκπροσώπους» ζει κατά μέσο όρο με 606 ευρώ μεικτά ή 509 ευρώ καθαρά αν αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές. Λόγω της μερικής απασχόλησης και της «βύθισης» του βασικού μισθού, έχει καταγραφεί μείωση της τάξεως των 36,49% συγκριτικά με τον Δεκέμβριο του 2009.

4. Στην ηλικία των 30-34 ετών ο μέσος μισθός τον Δεκέμβριο του 2009 έφτανε στα 1.146 ευρώ μεικτά, για να υποχωρήσει τον Ιούνιο του 2016 κατά 31% στα 785,82 ευρώ μεικτά ή στα 660 ευρώ καθαρά.

5. Από τα 35-39 ο μέσος καθαρός μισθός είναι 796 ευρώ (αντιστοιχεί σε μεικτές αποδοχές 968 ευρώ). Προ κρίσης, οι μέσες μεικτές αποδοχές έφταναν στα 1.310 ευρώ.

6. Οι σαραντάρηδες είχαν το 2009 μέσες μεικτές αποδοχές της τάξεως των 1.422 ευρώ (για όσους ανήκαν στο πρώτο μισό της δεκαετίας) έως 1.530 ευρώ. Οι εκπρόσωποι της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας εμφανίζονται –ποσοστιαία τουλάχιστον– να έχουν υποστεί μικρότερες περικοπές σε σχέση με τους νεότερους.

Αυτός ο όμορφος αγγελικά πλασμένος κόσμος γίνεται ακόμη ομορφότερος αν πάρει κάποιος υπόψη του και τα εξής:

Την εργοδοτική ασυδοσία: κανόνας η μη καταβολή δεδουλευμένων με την ανοχή των κρατικών μηχανισμών
  Την τυφλή δικαιοσύνη: με αποφάσεις που νομιμοποιούν την άθλια εργοδοτική τακτική
  Την περικοπή δαπανών: υγεία, παιδεία κλπ Ξεπούλημα: ότι από τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου έχει αξία προσφέρεται…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ο καλύτερος δυνατός κόσμος που μας προσφέρεται από τους δανειστές είναι αυτός που περιγράφουν οι πιο πάνω  αριθμοί καθώς και άλλοι (τα πλεονάσματα) οι οποίοι αποτυπώνουν το μέλλον μας για τον επόμενο μισό αιώνα τουλάχιστον.  Και η μόνη επιλογή που μας επιτρέπουν (οι δανειστές και το πολιτικό σύστημα) να έχουμε είναι αν θέλουμε να πεθάνουμε με κυβέρνηση της ρεαλιστικής αριστεράς ή της νεοφιλελεύθερης δεξιάς του Μητσοτάκη.

 Προφανώς η δημιουργία ενός τέτοιου αδιέξοδου είναι η μεγάλη επιτυχία της πρώτης φορά αριστερά κυβέρνησης…

Πηγή: topontiki.gr

Κυρώσεις και κόντρες διαρκείας


Μεγάλες διαστάσεις παίρνει η αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΕΕ, και κυρίως Γερμανίας, μετά την απόφαση την προηγούμενη βδομάδα από το αμερικανικό Κογκρέσο να επιβάλει νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας (κάτι που πρέπει να εγκριθεί από τον Αμερικανό Πρόεδρο για να έχει ισχύ νόμου). Οι νέες κυρώσεις γίνονται τυπικά λόγω της σύγκρουσης στην Ουκρανία και τη φερόμενη ανάμειξη των Ρώσων στις τελευταίες αμερικανικές εκλογές. Ο πραγματικός λόγος της αντιπαράθεσης που κλιμακώνεται σχετίζεται με τεράστια συμφέροντα σε πολλούς τομείς, με πιο χαρακτηριστικό αυτόν της Ενέργειας. Οι καπιταλιστές την ίδια ώρα που συνεργάζονται βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, και αυτό συμβαίνει είτε μέσα στις λυκοσυμμαχίες (βλέπε κόντρες στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ) είτε ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικά κέντρα και ισχυρές δυνάμεις, ΗΠΑ - Ρωσία, ΗΠΑ - Γερμανία, ΗΠΑ - Κίνα κ.λπ.
***
Οι κυρώσεις των ΗΠΑ, που αφορούν και εταιρείες που συνεργάζονται με τη Ρωσία, δηλαδή ισχυρά ευρωπαϊκά μονοπώλια, έχουν δημιουργήσει ανησυχία σε χώρες της ΕΕ, γιατί θίγονται τα συμφέροντά τους για να ευνοηθούν αυτά των ΗΠΑ. Γι' αυτό και εξετάζονται σοβαρά αντικυρώσεις κατά των ΗΠΑ. Η υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, Μπριγκίτε Τσίπρις, σε επανειλημένες δηλώσεις της καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο αντικυρώσεων. Στην τελευταία της δήλωση στον δημοσιογραφικό όμιλο «Funke Mediengruppe» σημείωσε χαρακτηριστικά: «Φυσικά δεν θέλουμε έναν εμπορικό πόλεμο. Ομως είναι σημαντικό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τώρα αντίμετρα».
Ενα, ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου φαίνεται ανάγλυφα η αλληλεξάρτηση ευρωπαϊκών και ρωσικών μονοπωλίων και όπου εκδηλώνεται η σφοδρή αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, είναι αυτό της Ενέργειας και του αγωγού ρωσικού φυσικού αερίου, που τροφοδοτεί από τη Βαλτική Θάλασσα (Βόρειος Αγωγός 2 - «Νord Steam 2») τη Γερμανία και ολόκληρη την ΕΕ, πρωτίστως τις βιομηχανικές μονάδες, για τις οποίες ενδιαφέρονται πρωταρχικά οι αστικές κυβερνήσεις. Στο έργο αυτό, αξίας κάπου 9,5 δισ. ευρώ (που πηγαίνει παράλληλα με τον ήδη υπάρχοντα ομώνυμο πρώτο αγωγό), συμμετέχουν οι γερμανικές εταιρείες «Wintershall» και «Uniper», η βρετανο-ολλανδική «Shell», η αυστριακή OMV και η γαλλική «Engie», 26 ευρωπαϊκές τράπεζες, ανάμεσά τους η γερμανική «Deutsche Bank», η γαλλική «Societe Generale», η βρετανική «Royal Bank of Scotland» και άλλες, καθώς και η ρωσική «Gazprom».
Οι ΗΠΑ θέλουν να ακυρώσουν το έργο αυτό, που έχει προγραμματιστεί να ενταχθεί στο ενεργειακό δίκτυο το 2020, αξιοποιώντας και επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι Ευρωπαίοι εταίροι τους, όπως το θέμα της «απεξάρτησης της ΕΕ από τη ρωσική Ενέργεια». Εως τώρα η Ρωσία εξακολουθεί να καλύπτει πάνω από το 30% των αναγκών της ΕΕ, καθιστώντας την πρώτη στον τομέα αυτό, με αντίστοιχο ποσοστό και στο πετρέλαιο. Επικριτές επίσης υπάρχουν και μέσα στην ΕΕ, ειδικά στις Βαλτικές χώρες και την Πολωνία, ωστόσο μεγάλες δυνάμεις όπως η Γερμανία, η Γαλλία, Ιταλία κ.λπ., βλέπουν ότι τους συμφέρει η μεταφορά των καυσίμων με τους ρωσικούς αγωγούς, παρά η πιο κοστοβόρα χρήση υγροποιημένου φυσικού αερίου LNG. Yπάρχουν αναλύσεις που μιλάνε για τουλάχιστον 30% πιο ακριβό το LNG. Ακριβώς σε αυτό όμως είναι που θέλουν να μπουν «σφήνα» τα αμερικανικά μονοπώλια, για να προωθήσουν το δικό τους σχιστολιθικό αέριο LNG, που θα μεταφέρουν με πλοία και ήδη προχωρούν στη δημιουργία τερματικών σταθμών στα Βαλκάνια.
***
Σε αυτή τη μεγάλη γεωστρατηγική σκακιέρα εντάσσονται επομένως τα μέτρα που παίρνουν οι ΗΠΑ αλλά και η «γκρίνια» των αστικών κυβερνήσεων των ισχυρότερων χωρών της ΕΕ. Το κουβάρι των αλληλοδιαπλεκόμενων και αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων θα εξακολουθήσει να υπάρχει, όσο τα μονοπώλια ελέγχουν τον πλούτο που παράγουν οι λαοί. Οσο για τα περί δίκαιου συστήματος εμπορίου που χρησιμοποιούν διάφορες δυνάμεις, περί ισορροπημένης ανάπτυξης και «αμοιβαίων» (win - win) συνεργασιών, πρόκειται για ουτοπικές προσπάθειες εξανθρωπισμού δήθεν του καπιταλισμού. Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, όπως «ο λύκος δεν πρόκειται ποτέ να φυλάξει τα πρόβατα». Οι λαοί μέσα από τις κολιγιές και τις κόντρες των εκμεταλλευτών τους πρέπει να αντλούν πείρα στην πάλη για οριστική κατάργησή τους.

Σενάρια αντιλαϊκά από χέρι


Εναν ακόμα «κλότσο» στο κουβάρι της «Βαρουφακειάδας» έδωσαν το Σαββατοκύριακο που πέρασε τα δημοσιεύματα με επιπλέον σημεία από το βιβλίο του πρώην υπουργού, αυτή τη φορά για τη φερόμενη πρόταση από τη γερμανική πλευρά για ένα «προσωρινό Grexit», καθώς και για διάφορα σενάρια για οικονομική στήριξη από κράτη εκτός ΕΕ.
Τα δημοσιεύματα, όπως ήταν λογικό, ξεκίνησαν με τη σειρά τους κι ένα νέο γύρο αντιπαράθεσης ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, φτάνοντας μέχρι τις απειλές για Eξεταστικές Eπιτροπές κ.λπ.
Η ουσία βεβαίως στην υπόθεση είναι ότι όλα τα σενάρια που επεξεργάστηκαν και επεξεργάζονται αστικά επιτελεία έχουν κοινό στόχο. Τη στήριξη της ανάκαμψης της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων, την κατοχύρωση αναβαθμισμένης γεωστρατηγικής θέσης στην περιοχή. Το ζήτημα είναι ο λαός να μην παρασύρεται από τα διάφορα εναλλακτικά σχέδια του κεφαλαίου, πιστεύοντας πως έτσι θα υπηρετήσει τα συμφέροντά του, όταν όλα τα σενάρια είναι από τη φύση τους αντιλαϊκά, αφού αλλάζει μόνο ο τρόπος με τον οποίο θα πληρώσει τα βάρη που του φορτώνει το κεφάλαιο.
Αν και είναι στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου η παραμονή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, όπως και επιλογή των ισχυρών κρατών της ΕΕ και των ΗΠΑ, εντούτοις δεν είναι δυνατόν να μη μελετώνται και άλλα σχέδια, αν τα πράγματα μάλιστα έρθουν αλλιώς, με δεδομένο μάλιστα ότι η συνοχή ΕΕ και Ευρωζώνης δεν είναι και «μπετόν».
Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι ακριβώς επειδή αυτό, τα συμφέροντα δηλαδή του κεφαλαίου και την καλύτερη εξυπηρέτησή τους, έχουν στην «καρδιά τους» τα κάθε λογής σενάρια, οι «διαχωριστικές γραμμές» ανάμεσά τους ξεθωριάζουν κάθε φορά πολύ εύκολα, ενώ οι εκπρόσωποί τους με χαρακτηριστική ευκολία αλλάζουν «στρατόπεδα» και ρόλους, προκειμένου να στηριχτεί το κύριο, η ανάκαμψη των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων.
Τα δε συνθήματα και ψευτοδιλήμματα που ανά καιρούς αξιοποιούνται για τον εγκλωβισμό του λαού στη στρατηγική του κεφαλαίου και στις διάφορες εκδοχές της, όπως π.χ. τα περιβόητα μνημόνιο - αντιμνημόνιο, ευρώ ή δραχμή κ.ο.κ., την άλλη κιόλας μέρα εγκαταλείπονται για να δώσουν τη θέση τους στο πραγματικό «μήνυμα» που υπάρχει πίσω τους και δεν είναι άλλο από το μήνυμα της ταξικής υποταγής, του καπιταλιστικού «μονόδρομου» και της μάταιης αναζήτησης «εναλλακτικών» εντός των τειχών του.
Σε αυτήν την κατεύθυνση άλλωστε αξιοποιήθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ από το σύστημα, για τη «δουλειά» που άφησαν στη μέση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ. Η χρεοκοπία των ψευτοριζοσπαστικών διακηρύξεων του ΣΥΡΙΖΑ, η απογοήτευση που έφερε σε όσους πίστεψαν στις αυταπάτες της φιλολαϊκής διαχείρισης του σάπιου συστήματος, αξιοποιούνται τώρα, διανθισμένες και με τα απαραίτητα «ανέκδοτα» των ημερών εκείνων, για να στείλουν το μήνυμα ότι ρεαλισμός είναι ο λαός να παραιτηθεί από κάθε ελπίδα και διεκδίκηση όσων έχασε και χάνει, πολύ περισσότερο των σύγχρονων αναγκών του, να σκύψει το κεφάλι και να βάλει πλάτη στους στόχους της ανάκαμψης των καπιταλιστικών κερδών.
Για άλλη μια φορά, βέβαια, επιβεβαιώνεται ότι η πραγματική διέξοδος για το λαό δε βρίσκεται στα διάφορα σενάρια του κεφαλαίου που τον οδηγούν στη χρεοκοπία αλλά στη σύγκρουση με το κεφάλαιο και την εξουσία του. Αυτό το «σενάριο» θα πρέπει να το γράψει...

TOP READ