3 Αυγ 2014

ΒΡΕΤΑΝΙΑ Δραματική αύξηση της φτώχειας με ... καπιταλιστική ανάκαμψη

ΒΡΕΤΑΝΙΑ
Δραματική αύξηση της φτώχειας με ... καπιταλιστική ανάκαμψη

Η διόγκωση της φτώχειας, της ανεργίας και της κακοπληρωμένης εργασίας στη Βρετανία αυξάνει τον αριθμό των νοικοκυριών που στρέφονται στις τράπεζες τροφίμων
Εκρηκτικές διαστάσεις πήρε μέσα στην τελευταία τετραετία το ποσοστό των Βρετανών που εξαρτούν τη διατροφική τους επάρκεια από τις τράπεζες τροφίμων, ενώ το ίδιο διάστημα παρατηρείται ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας τουλάχιστον στα επίπεδα του 2008. Ο λόγος; Η προσπάθεια της αστικής τάξης και των μονοπωλίων να τονώσουν την καπιταλιστική ανάπτυξη με το ελάχιστο δυνατό κόστος, αυξάνοντας δυσανάλογα τα βάρη για το λαό, με «εργαλεία» πολιτικές εξόντωσης του λαϊκού εισοδήματος, συρρίκνωσης των κοινωνικών υπηρεσιών και των εργατικών δικαιωμάτων, περιστολής των πολιτικών ελευθεριών.
Οσο περνούν τα χρόνια, οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι καλούνται να ζήσουν ολοένα και με μικρότερους μισθούς και επιδόματα, με ανεπαρκείς ή ακριβοπληρωμένες βασικές υπηρεσίες Υγείας, Πρόνοιας και Εκπαίδευσης. Τα τελευταία στατιστικά στοιχεία βρετανικών αρχών και οργανώσεων είναι καταπέλτης, αφού η αύξηση των «πελατών» στις τράπεζες τροφίμων της Βρετανίας δε μαρτυρά μόνον τη δραματική αύξηση των ανέργων αλλά και των κακοπληρωμένων εργατών, των νέων και των γυναικών που βαφτίζονται «εργαζόμενοι» ακόμη και με μιας ώρας δουλειά τη βδομάδα. Από πληθώρα πρόσφατων δημοσιευμάτων σε βρετανικές εφημερίδες, όπως η «Ιντιπέντεντ» και η «Γκάρντιαν», που επικαλούνται εκθέσεις ερευνητικών ιδρυμάτων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων διαπιστώνεται:
  • Αύξηση κατά 163% της άμεσης εξάρτησης εκατοντάδων χιλιάδων Βρετανών από τις τράπεζες τροφίμων μόνο μέσα στον τελευταίο χρόνο!
  • Το γεγονός πως οι «πελάτες» των τραπεζών τροφίμων δεν είναι μόνον άνεργοι ή άστεγοι. Ανάμεσά τους είναι και πολλοί εργαζόμενοι, που μετά την πληρωμή μεγάλων λογαριασμών ρεύματος ή άλλων ανελαστικών υποχρεώσεων, διαπιστώνουν πως δεν τους μένουν αρκετά για την αγορά τροφίμων. Είναι μεγάλος και ο αριθμός ατόμων που κανονικά δικαιούνται επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, αλλά είτε δεν τα παίρνουν, είτε αργούν να τα πάρουν μετά το μπαράζ «μεταρρυθμίσεων» της κεντροδεξιάς κυβέρνησης του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον, που έβαλε στον «Προκρούστη» της εξαντλητικής λιτότητας - και χωρίς μνημόνια - όλα τα επιδόματα πρόνοιας και τις κοινωνικές υπηρεσίες.
  • Η σημαντική αύξηση των Βρετανών που στηρίζουν την επισιτιστική τους επάρκεια στις κοινωνικές τράπεζες τροφίμων εξηγείται, μεταξύ άλλων, και από το γεγονός ότι από το 2003 ο μέσος όρος αύξησης στις τιμές των τροφίμων ανήλθε στο 46,4% και των καυσίμων στο 154%. Ενώ οι μισθοί είτε «πάγωσαν», είτε πήραν την κατιούσα...
«Διεθνές» φαινόμενο...

Εργαζόμενοι σε βιομηχανίας αρτοσκευασμάτων διαμαρτύρονται το Μάη για τις λεγόμενες μηδενικές συμβάσεις δηλαδή την δουλειά με το κομμάτι, που τους οδηγεί στην εξαθλίωση
Christopher Thomond
Η κυβέρνηση Κάμερον προσπαθεί να κρύψει τη φτώχεια που προκαλεί η ίδια η καπιταλιστική εκμετάλλευση, υποστηρίζοντας ότι οι τράπεζες τροφίμων έχουν ζήτηση απλώς και μόνο γιατί υπάρχουν. Ισχυρίζεται ότι πρόκειται για «διεθνές» φαινόμενο, επικαλούμενη ως παράδειγμα τη Γερμανία των μίνι-τζομπς και των νεόπτωχων εργαζομένων «ημι-απασχόλησης», όπου μηνιαίως υπολογίζεται ότι χρησιμοποιούν τις τράπεζες τροφίμων τουλάχιστον 1.500.000 γερμανικά νοικοκυριά.
Κατά μία έννοια, βέβαια, ο Κάμερον ίσως και να μην έχει άδικο. Οι πολιτικές που εφαρμόζει δεν είναι «βρετανικές», ούτε «γερμανικές». Οι συνταγές φτωχοποίησης των λαών της Ευρώπης δεν έχουν σύνορα και σίγουρα δεν επηρεάζονται από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των «μνημονίων», αφού τα μονοπώλια και οι αστικές τάξεις που κάνουν κουμάντο, διαθέτοντας και το μαχαίρι και το πεπόνι, δηλαδή τα μέσα παραγωγής, πατούν έως σήμερα στην τελευταία καπιταλιστική κρίση, για να βγουν από αυτή, όχι μόνον αλώβητοι, αλλά ακόμη ισχυρότεροι και με εκμεταλλεύσιμους εργαζόμενους με σαφώς λιγότερα δικαιώματα.
Αλλωστε, το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα δεν κάνει καμία απολύτως διάκριση στην εκμετάλλευση και φτωχοποίηση των λαών και στην καταλήστευση του πλούτου που δημιουργεί ο μόχθος τους, παρά τα κατά καιρούς διαφορετικά «μείγματα» πολιτικών που εφαρμόζει ανάλογα με την τρέχουσα οικονομικο-πολιτική συγκυρία.
Η χειρότερη φτώχεια της τελευταίας 30ετίας...

«Οι μανάδες δεν τρώνε για να έχουν γεύμα τα παιδιά», γράφει ένα από τα πλακάτ διαδηλώτριας στη Βρετανία που συμμετείχε σε κινητοποίηση τον περασμένο χειμώνα, διαμαρτυρόμενη για την αύξηση της φτώχειας σε οικογένειες, γυναίκες, μετανάστες...
Στη Βρετανία, πάντως, τα πράγματα κάθε άλλο παρά ανθηρά είναι για ένα μεγάλο μέρος του λαού. Εκπρόσωπος της τράπεζας τροφίμων «Κey Project» στο Σάουθ Ταϊνσάιντ σημείωσε (μιλώντας στη βρετανική «Guardian» σύμφωνα με ρεπορτάζ στις 4/7/14) ότι το 2008, πριν την οικονομική κρίση, έδιναν 26 πακέτα τροφίμων και ότι ως το 2013 αυξήθηκαν σε 339. Φέτος, που βρισκόμαστε μόλις στο μέσο της χρονιάς, έχουν ήδη δώσει 222 πακέτα.
Οταν του ζητήθηκε να εξηγήσει αυτή την αύξηση, είπε: «Εξαιτίας της λιτότητας και της πολύ υψηλής ανεργίας. Των αλλαγών στις προϋποθέσεις και στους όρους χορήγησης επιδομάτων πρόνοιας. Δεν έχω δει τόσο άσχημη κατάσταση ποτέ στα 30 χρόνια που δουλεύω με τις φιλανθρωπικές οργανώσεις».
Οι ιστορίες ανθρώπων που έμειναν εκτός του νέου συστήματος κοινωνικής «πρόνοιας» είναι χαρακτηριστικές.
Σε κάποιον κόπηκε το επίδομα επειδή έχασε ένα ραντεβού για δουλειά τη μέρα της κηδείας της μάνας του. Αλλος επειδή δεν ήξερε να χρησιμοποιεί κομπιούτερ. 'Η γιατί δεν έκανε πολλές αιτήσεις διαδικτυακά για ανεύρεση εργασίας. Πολλές οικογένειες ανέργων εξιστόρησαν σε διακομματική επιτροπή Βρετανών βουλευτών, που θέλησε να «ερευνήσει» το φαινόμενο της σημαντικής αύξησης των ατόμων που καταφεύγουν στις τράπεζες τροφίμων, το δράμα που περνούν κάθε καλοκαίρι επειδή τα παιδιά σταματούν το σχολείο και χάνουν τη δωρεάν σίτιση στα σχολεία. Τα λεφτά, λένε, δε φτάνουν για να εξασφαλίσουν καθημερινά, σε οικογένειες με μόλις ένα ή δύο παιδιά, γάλα και δύο πιάτα φαΐ το 24ωρο. Κατά συνέπεια, πολλοί γονείς υποβάλλονται σε υποχρεωτική «δίαιτα», παραλείποντας το γεύμα ή το δείπνο...
Παράλληλα σημαντικές είναι οι αυξήσεις σε έξοδα στέγασης, καυσίμων, τροφίμων.
Το Τrussell Trust (το μεγαλύτερο δίκτυο τραπεζών τροφίμων στη Βρετανία) διαπιστώνει, και αυτό, δραματική αύξηση των πακέτων που έδωσε την τελευταία τετραετία. Πέρσι μοίρασε τρόφιμα σε πάνω από 900.000 άτομα (αύξηση 163% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο).
Το Μάρτη το κεντροδεξιό ινστιτούτο μελετών «Policy Exchange» συμπέρανε σε έρευνά του ότι τα άτομα που προσφεύγουν στις τράπεζες τροφίμων έχουν αυξηθεί λόγω του μεγάλου αριθμού ατόμων που μένει έξω από τα επιδόματα ανεργίας και πρόνοιας επειδή π.χ. έχασαν ένα ραντεβού για συνέντευξη εργασίας. Αυτό μπορεί να τους στοιχίσει 3-4 βδομάδες χωρίς κανένα απολύτως επίδομα. Το 83% των περιπτώσεων που καταφεύγουν στις τράπεζες τροφίμων είναι τα νέα θύματα του «Προκρούστη» των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας που δημιούργησε ο πρωθυπουργός Κάμερον...
Οι πολλές όψεις της φτώχειας
Ασφαλώς οι τράπεζες τροφίμων είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος της φτώχειας στη Βρετανία του 21ου αιώνα.
Η εφημερίδα «Γκάρντιαν» στις 19/6/14, σε εκτενές ρεπορτάζ με τίτλο «Η φτώχεια χτυπά τα διπλάσια νοικοκυριά στη Βρετανία από ό,τι πριν 30 χρόνια», σημειώνει ότι υπερδιπλασιάστηκε ο αριθμός των νοικοκυριών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας την τελευταία 30ετία παρά το διπλασιασμό του μεγέθους της βρετανικής οικονομίας.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα, που διενήργησε τον περασμένο Ιούνη το ίδρυμα «Poverty and Social Exclusion Project»:
  • Το 33% των νοικοκυριών ζουν με τα απολύτως απαραίτητα (βρίσκονται δηλαδή κάτω από το όριο της φτώχειας) καθώς ίσα που καταφέρνουν να τραφούν και να ντυθούν οι ίδιοι και τα παιδιά τους, να θερμανθούν και να μονώσουν τα σπίτια τους. Στις αρχές της δεκαετίας του '80 αυτό το ποσοστό ήταν μόλις 14% (επί της τότε πρωθυπουργού Μ. Θάτσερ...).
  • Το 21% των νοικοκυριών καθυστερούν την πληρωμή λογαριασμών που αφορούν στη λειτουργία του σπιτιού, έναντι 14% που ήταν στο τέλος της δεκαετίας του '90.
  • Τουλάχιστον ένας στους τέσσερις ενηλίκους (28%) παραλείπουν γεύματα ώστε να μπορούν να φάνε άλλα μέλη της οικογένειας.
  • 18.000.000 Βρετανοί ζουν σε ακατάλληλα σπίτια.
  • 12.000.000 άλλοι αποφεύγουν συστηματικά, λόγω φτώχειας, βασικές κοινωνικές δραστηριότητες, όπως διασκέδαση με φίλους, παρακολούθηση οικογενειακών εκδηλώσεων.
  • Ενας στους τρεις αδυνατεί να θερμάνει σωστά το σπίτι του.
  • Περίπου 4.000.000 ενήλικες και παιδιά αδυνατούν να τραφούν υγιεινά.
  • Περίπου 5.500.000 ενήλικες δεν έχουν επαρκή ρουχισμό.
  • 2.500.000 παιδιά ζουν σε ανθυγιεινά σπίτια με πολλή υγρασία.
  • Πάνω από 500.000 παιδιά ζουν με οικογένειες που αδυνατούν να τα σιτίσουν σωστά.
  • Περίπου 1.500.000 παιδιά ζουν σε νοικοκυριά που δε διαθέτουν πρόσβαση σε θέρμανση.
  • Ενας στους τέσσερις ενήλικες έχουν τόσο πενιχρούς μισθούς που το μόνον που τους εξασφαλίζουν είναι η φτώχεια, καταρρίπτοντας έτσι το «επιχείρημα» της κυβέρνησης ότι η εξασφάλιση εργασίας αντιμετωπίζει τη φτώχεια.
Ο καθηγητής Ντέιβιντ Γκόρντον από το «Townsend Centre for International Poverty Research» στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ σημείωνε: «Η κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ Συντηρητικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών σκόπευε στην εξάλειψη της φτώχειας αντιμετωπίζοντας τις αιτίες της. Η στρατηγική τους σαφώς απέτυχε. Τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως η φτώχεια και οι στερήσεις αυξήθηκαν. Οι φτωχοί υποφέρουν από ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και η ψαλίδα ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους διευρύνεται».
Η απεργία της 10ης Ιούλη στο Δημόσιο
Η μαζική συμμετοχή άνω του 1.000.000 Βρετανών εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε Αγγλία και Ουαλία, που πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιούλη, ανέδειξε τα προβλήματα που προκαλεί σε μεγάλο μέρος του λαού η φιλομονοπωλιακή πολιτική που σήμερα εφαρμόζεται από την κυβέρνηση Κάμερον.
Η πραγματοποίηση της απεργίας όχι μόνον δε συμμάζεψε το Βρετανό πρωθυπουργό. Αντίθετα, εκτόξευσε απειλές κατά των συνδικαλιστικών ελευθεριών και του νομικού πλαισίου που αφορά στην πραγματοποίηση απεργιών στο δημόσιο τομέα, απειλώντας ότι θα τις κάνει σχεδόν αδύνατες! Επίσης προειδοποίησε ότι το πάγωμα των μισθών στους δημόσιους υπαλλήλους θα συνεχιστεί «τουλάχιστον ως το 2018».
Οπως σημείωνε η βρετανική εφημερίδα «Independent», την επομένη της απεργίας, «το πάγωμα των μισθών στο δημόσιο τομέα είναι μόνον ένας τρόπος για συρρίκνωση του κράτους με τρόπους που έχουν νιώσει σήμερα χώρες που χτυπήθηκαν από κρίσεις όπως η Ελλάδα. Η διαφορά εδώ είναι πως πρόκειται για συνειδητό πολιτικό σχέδιο και όχι για σχέδιο δράσης αντιμετώπισης κρίσης».
Και ενώ οι μισθοί των εργαζομένων καθηλώνονται ή μειώνονται, οι στατιστικές δείχνουν πως επιτεύχθηκε καπιταλιστική ανάκαμψη, φέρνοντας την οικονομία τουλάχιστον στο επίπεδο του 2008, πριν την έναρξη της κρίσης. Οσοι νομίζουν ότι τώρα, σιγά-σιγά, θα επωφεληθούν και οι εργαζόμενοι απατώνται.
«Το σχέδιο δεν είναι να πάρουν και οι εργαζόμενοι μερίδιο από την ανάκαμψη της οικονομίας. Μολονότι η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί έστω και οριακή ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών, όπως αυτές που αφορούν στη νοσοκομειακή περίθαλψη. Η καταρράκωση του ηθικού σε συνδυασμό με την πάνω από δεκαετία μείωση του βιοτικού επιπέδου στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα θα οδηγήσει σε φαύλο κύκλο ύφεσης», συμπληρώνει η ίδια εφημερίδα.
Οσον αφορά την αλλαγή του νόμου για τις απεργίες στο δημόσιο τομέα, ελάχιστα πράγματα έχουν γίνει γνωστά μετά την απειλή του Κάμερον στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 10 Ιούλη. Στόχος όμως φαίνεται πως θα είναι η αποτροπή απεργιών μέσω σύνθετων και γραφειοκρατικών «εκλογικών» διαδικασιών που θα γίνονται μεταξύ χιλιάδων εργαζομένων.
Αυτά σε μία χώρα όπως η Βρετανία, που ήδη έχει ορισμένους από τους πιο σκληρούς αντεργατικούς απεργιακούς κανονισμούς.
Βεβαίως, η τάση «παρανομοποίησης», «αυστηροποίησης» ή και κατάργησης του δικαιώματος στην απεργία (όπως κάνει η σημερινή ελληνική κυβέρνηση με τη μέθοδο της «επιστράτευσης» εργαζομένων) δε θα περιοριστεί στη Βρετανία. Θα τη δούμε να εμφανίζεται και σε άλλες χώρες της ΕΕ, εκτός και εάν τα συνδικάτα και οι εργαζόμενοι την αποτρέψουν με τον αγώνα τους. Οπως πρέπει να ξανακερδίσουν με την κλιμάκωση του αγώνα τους το δικαίωμα στην εργασία, στη μόρφωση, στην υγεία και στην ανάπαυση, αντιπαλεύοντας τον εργασιακό μεσαίωνα του 21ου αιώνα. Αλλά προϋπόθεση γι' αυτό είναι να ενισχυθεί και να γίνει κυρίαρχο το ταξικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα.

Δέσποινα ΟΡΦΑΝΑΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ